Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Το «διαδικτυακό» σχολείο



Τα κοχύλια και οι αστερίες ήταν ακόμη αραδιασμένα στην αυλή, όταν είχε έρθει η μέρα να πάει ο μικρός Πέτρος στο σχολείο. Ήταν τα λάφυρα από το βυθό της θάλασσας, στις ατελείωτες βουτιές με τους δύο αγαπημένους φίλους του, τον Κωστή και το Δημήτρη.
Ξεκίνησε με μια δανεική τσάντα στον ώμο. Περπάτησε αρκετά μέχρι να φτάσει στη Χώρα της Ερεικούσας. Όσο πλησίαζε στο σχολείο παρατηρούσε πως δεν άκουγε παιδικές φωνές. Με τα μάτια του έψαχνε να βρει τον Κωστή και το Δημήτρη. Τότε θυμήθηκε κάτι που είχε ακούσει τελευταία για το σχολείο σε συζητήσεις των μεγάλων, πως δε θα υπήρχαν αρκετά παιδιά αυτή τη σχολική χρονιά, αλλά δεν έδινε και τόση σημασία. Ήξερε πως η οικονομική κρίση στη χώρα δυσκόλευε τη ζωή των ανθρώπων, όμως ήταν αρκετά μικρός για να τα καταλάβει όλα αυτά. Στην αυλή τον περίμεναν μία άγνωστη κυρία και ο παπάς του νησιού.
-Η άγνωστη κυρία θα πρέπει να είναι η δασκάλα, σκέφτηκε, αλλά τα υπόλοιπα παιδιά που να είναι; Μήπως να αρρώστησαν τελευταία στιγμή; Μήπως να ξέχασαν να ξυπνήσουν; Αναρωτήθηκε.
-Γεια σου Πέτρο, είμαι η κυρία Αλκμήνη, του συστήθηκε η δασκάλα.
 ραίο όνομα, σκέφτηκε από μέσα του.
Ο παπάς έκανε τον καθιερωμένο αγιασμό, δίνοντας την ευχή του και έφυγε αφήνοντας τη δασκάλα και τον Πέτρο μόνους.
- Πού είναι οι συμμαθητές μου, κυρία Αλκμήνη;
-Οι συμμαθητές σου Πέτρο βρίσκονται εδώ μέσα, στον ηλεκτρονικό υπολογιστή.
-Μέσα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή; Πώς γίνεται αυτό;
-Οι φίλοι σου έφυγαν με τους γονείς τους από την Ερεικούσα Πέτρο. Είναι βλέπεις η κρίση που τους ανάγκασε. Έμεινε μόνο η οικογένειά σου καθώς και λίγες ακόμη. Ακόμη και εγώ, μόλις σου δείξω τον τρόπο διδασκαλίας θα φύγω, πρέπει να παρουσιαστώ σε ένα σχολείο της Κέρκυρας.  
Ο Πέτρος κατέβασε το κεφαλάκι του.
-Έφυγε και ο Κωστής με το Δημήτρη… μονολόγησε.
Κοιτούσε τη δασκάλα του και τον ηλεκτρονικό υπολογιστή προσπαθώντας να καταλάβει. Του φαίνονταν όλα τόσο παράξενα! Ήθελε να ξαναδεί τους φίλους του, να παίξει στην αυλή μαζί τους, αλλά τώρα χάθηκαν τα πάντα για αυτόν.
Η δασκάλα του αντιλήφθηκε την ανησυχία του και άνοιξε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Η οθόνη από μαύρη έγινε χρωματιστή και η αίθουσα του σχολείου από βουβή γέμισε φωνές. Η σύνδεση με μια τάξη της πρώτης δημοτικού έφερε τον Πέτρο ανάμεσα σε είκοσι συνομήλικα παιδιά. Ο Πέτρος σάστισε, δεν ήξερε αν έπρεπε να μιλήσει, δεν ήξερε τι να πει.
Ένας κύριος τον καλωσόρισε στην τάξη.
-Πέτρο καλώς ήρθες στην τάξη μας, είμαι ο δάσκαλος σου, όπως και των είκοσι αυτών μικρών μαθητών. Κάθε μέρα θα παρακολουθείς μαζί μας τα μαθήματα. Δεν θα είσαι μόνος. Έχεις όλους εμάς κοντά σου, έστω μπροστά στην οθόνη ενός υπολογιστή. Έτσι δεν είναι παιδιά;
-Ναι! απάντησαν όλα μαζί.
Ο Πέτρος άκουγε, έχοντας το βλέμμα του καρφωμένο στα προσωπάκια των συμμαθητών του, ψάχνοντας να βρει τους δύο αγαπημένους του φίλους. Ένα ένα συστήθηκαν:
-Ανδρέας, Κώστας, Ελένη, Μαρία, Πόπη, Γιώργος
Αφού έφυγε η αρχική αμηχανία, η γλώσσα του Πέτρου λύθηκε.
-Με λένε Πέτρο, όλοι οι φίλοι μου έχουν φύγει… ο Κωστής και ο Δημήτρης… μόνο ο φίλος μου, το σκιάχτρο έμεινε στον αμπελώνα μας, ο Αχυρένιος. Ακούω κόρνες αυτοκινήτων;
-Όχι Πέτρο, αυτό είναι το κουδούνι, χτύπησε για το σχόλασμα, είσαι ελεύθερος να παίξεις τώρα, του είπε ο δάσκαλος , θα τα πούμε ξανά αύριο, για σήμερα σχολάσατε.
-Γεια σου Πέτρο, αύριο πάλι, χαιρετισμούς στον Αχυρένιο… φώναξαν οι συμμαθητές του και ξεχύθηκαν έξω από την τάξη.
Ο Πέτρος απέμεινε να κοιτάζει την οθόνη.
-Να παίξω…μα με ποιον να παίξω; Είπε σιωπηλά και παρέμεινε καθιστός να παρατηρεί την αίθουσα του άλλου σχολείου. Δεν διέφερε και πολύ από τη δική του, ήταν και οι δύο ωραίες, στολισμένες με ζωγραφιές παιδιών. Μόνο που στη δική του τάξη τα θρανία ήταν αδειανά, χωρίς κασετίνες και τσάντες. Άπλωσε το χεράκι του και άγγιξε την οθόνη.
Η κυρία Αλκμήνη, που τόσην ώρα έστεκε υπομονετικά δίπλα του, τον  αγκάλιασε τρυφερά και του εξήγησε ότι δε θα χρειάζεται να ταλαιπωρείται κάθε μέρα και να μετακινείται από το σπίτι του στο σχολείο της Χώρας. Θα μπορούσε να παρακολουθεί το διαδικτυακό σχολείο από το σπίτι του.
-Θα τα καταφέρεις Πέτρο, είσαι έξυπνο αγόρι, να πιστεύεις στις δυνάμεις σου, του είπε, δίνοντάς του τα σχολικά βιβλία και συνέχισε:
-Θα είμαι κοντά σου για ότι με χρειαστείς.
Όπως έφευγαν μαζί από το σχολείο, ο Πέτρος, με τη βαριά, από τα βιβλία, δανεική τσάντα στους ώμους, γύρισε και κοίταξε για μια ακόμη φορά την τάξη του.
-Ίσως και να ξαναγυρίσω του χρόνου, αν η κρίση περάσει, σκέφτηκε.  
Πήρε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι του. Όταν πλησίασε στον αμπελώνα, κοντοστάθηκε.
-Η αυλή του σπιτιού θα είναι η αυλή του σχολείου μου και εσύ Αχυρένιε, θα είσαι ο συμμαθητής μου, σκέφτηκε και έκανε ένα σάλτο μπροστά στον Αχυρένιο.  
-Όταν θα χτυπάω την κουδούνα θα βγαίνουμε για διάλειμμα. Θα σου γνωρίσω και τους υπόλοιπους συμμαθητές μου. Θα δεις, θα περάσουμε ωραία. Θα μάθουμε να γράφουμε και να μετράμε. Μόνο να κάθεσαι φρόνιμα στην τάξη, να μην κάνεις φασαρία!
Ο Αχυρένιος παρέμεινε ακίνητος να τον κοιτάζει, το ίδιο και ο Πέτρος. Μπορεί να του έλλειπε ο Κωστής και ο Δημήτρης όπως και ένα αληθινό σχολείο, μπορεί να τον στεναχωρούσε η κρίση που συζητούσαν οι μεγάλοι, μπορεί να του φαίνονταν λίγο παράξενο να πηγαίνει σε «διαδικτυακό» σχολείο με «διαδικτυακούς» συμμαθητές, αλλά βρήκε μια ανεξήγητη χαρά μέσα από όλα αυτά. Πήγε στην αυλή, έβαλε στην άκρη τα κοχύλια και τους αστερίες και άνοιξε τα σχολικά του βιβλία. Ένας καινούργιος κόσμος ανοίγονταν μπροστά του. 

Δομνίκη Καράντζιου

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Οι φουρκέτες

-Έλα να πάμε βόλτα. Θα σε πάω να δεις κόσμο, να περπατήσεις λίγο, συνέχεια κάθεσαι σε τούτη την καρέκλα.
Η γριούλα σηκώθηκε από την αναπαυτική της καρέκλα. Η φίλη της την πήρε ανγκαζέ και ξεκίνησαν τη βόλτα τους. Τα άσπρα μαλλιά, πιασμένα σε χαλαρό κότσο με λίγες φουρκέτες και το χαμογελαστό πρόσωπο της γριούλας έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με το κοντό μαλλί της φίλης της και τα σφιγμένα της χείλη. Ξεκίνησαν τη βόλτα τους με τη γριούλα να περπατά με αργά βήματα και τη φίλη της να παριστάνει πως την προστατεύει. Ο δρόμος ήταν ερημικός έξω από το σπίτι, καθώς όμως περπατούσαν άρχισαν να εμφανίζονται περαστικοί, άλλοι βιαστικοί, άλλοι αργόσχολοι περιπατητές. 
-Πού πάμε τώρα; ρώτησε με απορία η γριούλα.
-Πάμε στην αγορά, θα σου πάρω φουρκέτες για τα μαλλιά σου, της απάντησε η φίλη της. 
Ο περίπατος συνεχίζονταν και σιγά σιγά φτάσανε στο κέντρο της πόλης. Ο κόσμος τώρα ήταν πολύς, κάποιοι τις προσπερνούσαν βιαστικά, άλλοι αναγκάζονταν να κάνουν πιο πέρα, μιας που το δίδυμο των γυναικών δεν άλλαζε πορεία. Η γριούλα, πού και πού, χαμογελούσε σε κάποιες κυρίες, όταν το βλέμμα τους ανταμώνονταν. Η φίλη της δε χαμογελούσε σε κανέναν. Τα χείλη της παρέμεναν σφιγμένα και το βλέμμα της αφηρημένο. Συνέχιζε να την πιάνει αγκαζέ, κάτι που είχε αρχίσει να ενοχλεί τη συνοδοιπόρισσα της.
-Πότε θα μου πάρεις τις φουρκέτες που μου υποσχέθηκες;
-Πλησιάζουμε, μη με ρωτάς συνέχεια, απάντησε απότομα η φίλη της. 
Είχαν διασχίσει τον κεντρικό δρόμο της αγοράς και κατευθύνονταν προς την άλλη πλευρά της πόλης. Τα μαγαζιά είχαν αρχίσει να αραιώνουν και η γριούλα είχε μείνει με την απορία στην σκέψη της. Ήθελε να γυρίσει πίσω, να κοιτάξει, αλλά η φίλη της δεν της έδινε τη δυνατότητα. Ήθελε να σταματήσει για λίγο να ξαποστάσει, αλλά η φίλης της περπατούσε δίχως σταματημό. Οι δυνάμεις της εξαντλούνταν και πλέον δεν άντεχε ούτε ένα βήμα παραπάνω. Τα σπίτια της φαίνονταν άγνωστα, το ίδιο και οι δρόμοι. Το γλυκό της χαμόγελο πάγωσε. Η γριούλα ένιωθε μια πρωτόγνωρη αδυναμία να την κυριεύει και τα πόδια της να μην τη βαστούν. Κατέρρευσε μια στιγμή που η φίλη της κοιτούσε τον κότσο των μαλλιών της. 
-Κάτσε εδώ, πάω να σου πάρω τις φουρκέτες για τον κότσο. Ίσως δεν έκλεισαν ακόμη τα μαγαζιά. 
Η γριούλα κειτόταν νεκρή στην άκρη του δρόμου. Η φίλη της γύρισε στην πόλη, ψάχνοντας να βρει μαγαζί ανοικτό σε γειτονιές ερημικές. Περιπλανήθηκε άσκοπα. Το μυαλό της δεν τη βοηθούσε να προσανατολιστεί, ούτε καν να αντιληφθεί τί συνέβαινε, πού βρισκόταν. Το μόνο που αναρωτιόταν ήταν πόσες φουρκέτες θα αγόραζε.

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Η ξυπόλητη σαρανταποδαρούσα

Είχε σαράντα πόδια και έτσι αυτοδίκαια την ονόμασαν σαρανταποδαρούσα. Είχε ένα μακρύ εύκαμπτο σώμα και σαράντα μακριά και γρήγορα πόδια. Στην άκρη είχε και μια ουρά διχαλωτή, ψαλιδωτή δηλαδή, που την κουνούσε πέρα δώθε όπως περπατούσε. Η μικρή σαρανταποδαρούσα κάθε μέρα που έβγαινε βόλτα φορούσε τα παπούτσια της, όλα διαφορετικά. Δεν της άρεσε η μονοχρωμία ούτε και η ιδιομορφία. Έτσι σε κάθε της πόδι φορούσε και ένα παπούτσι διαφορετικό. Άλλο ήταν στρωτό, άλλο με τακούνι, άλλο καλοκαιρινό και άλλο χειμωνιάτικο. Ούτε που την ένοιαζε που δυσκολεύονταν στο περπάτημα. Αρκεί να ξεχώριζε. Μια μέρα έτσι όπως ξεκίνησε για την καθιερωμένη βόλτα της στο γρασίδι, για να φάει λίγο χορταράκι, φόρεσε τα παπούτσια της. Μόνο που δεν έβρισκε το σαρακοστό. Το έψαχνε από δω, το έψαχνε από κει, μα πουθενά παπούτσι. Έτσι αποφάσισε να βγει βόλτα με 39 παπούτσια και με ένα πόδι ξυπόλητο. Σάμπως ποιος θα το καταλάβαινε με τόσα πολλά πόδια; Η σαρανταποδαρούσα άφησε τη φωλιά της και πήρε τον κατηφορικό δρόμο μέσα στα γρασίδια να ψάξει να βρει το χαμένο παπούτσι της. Περπατούσε, περπατούσε, έστριβε δεξιά, έστριβε αριστερά, σήκωνε χορτάρια και φύλλα αλλά παπούτσι πουθενά. Κοντοστάθηκε και σκέφτηκε πού θα μπορούσε να είναι το παπούτσι της.

-Μήπως είναι κάτω στο ποτάμι; Σκέφτηκε.
-Μήπως είναι στη μεγάλη πέτρα που πήγα χθες και να μου έπεσε χωρίς να το καταλάβω;
Σκέφτονταν όλα τα ενδεχόμενα αλλά αν δεν συνέχιζε να ψάχνει δε θα το έβρισκε ποτέ.
-Θα κατέβω κάτω στο ποτάμι, θα περάσω από τη μεγάλη πέτρα και ότι καταφέρω. Εξάλλου δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο….
Και πήρε το δρόμο προς το ποτάμι. Έφτασε μετά από τρεις ώρες περπάτημα. Περπάτημα κουτσό αλλά και καμαρωτό. Το ποτάμι κυλούσε ήρεμα και η σαρανταποδαρούσα έσκυψε λίγο να ξεδιψάσει. Όπως έσκυψε είδε μία κάμπια. Στο άκρο του σώματός της φορούσε ένα παπούτσι.
-Το παπούτσι μου….αναφώνησε η σαρανταποδαρούσα.
Η κάμπια δεν την άκουσε και συνέχισε να σέρνεται στο χώμα.
-Μα τι το θέλει το παπούτσι μου, αφού δεν έχει πόδια; Αναρωτήθηκε η σαρανταποδαρούσα και την πήρε από πίσω.
-Κάμπια σταμάτα, πήρες το παπούτσι μου.
Η κάμπια άκουσε τη φωνή και σταμάτησε. Γύρισε με απορία το κεφάλι της. 

-Δικό σου είναι; Το βρήκα δίπλα στο μεγάλο βράχο χθες το βράδυ, όπως έτρωγα το φύλλο από μια τουλίπα. Δεν είχα ποτέ παπούτσι δικό μου και σκέφτηκα, πως αυτό το συγκεκριμένο με το φούξι χρώμα θα ταίριαζε πολύ με τις κίτρινες ρίγες μου.... απάντησε με ειλικρίνεια η πολύχρωμη κάμπια.
-Η αλήθεια είναι πως ταιριάζει πραγματικά το φούξι με το κίτρινο και η αλήθεια είναι πως ποτέ δε σκέφτηκα πως υπάρχουν έντομα που δεν έχουν φορέσει ποτέ παπούτσια. Έχω ολόκληρη συλλογή. 
-Συλλογή; αναφώνησε η κάμπια παρατηρώντας λοξά ένα προς ένα τα υπόλοιπα παπούτσια που φορούσε η σαρανταποδαρούσα.
-Βεβαίως....
Η κάμπια και η σαρανταποδαρούσα κοιταχτήκανε και όπως κοιτιόντουσαν γελάσανε ταυτόχρονα με την ψυχή τους. 
-Ωραία λοιπόν μπορείς να κρατήσεις το παπούτσι μου. Νομίζω πως μου είναι περιττό. Μπορώ να περπατάω με ένα πόδι ξυπόλητο. Δε χάλασε ο κόσμος. Για σένα είναι μεγαλύτερη χαρά. 
Η κάμπια κράτησε το παπούτσι της σαρανταποδαρούσας. Κράτησε όμως και τη διεύθυνση της φωλιάς της για να την επισκεφτεί με την πρώτη ευκαιρία. 
Όπως έφευγε η σαρανταποδαρούσα έχασε πάλι ένα παπούτσι και την άλλη μέρα μπήκε ξανά στη διαδικασία να το ψάξει. Η σαρανταποδαρούσα ψάχνοντας για το παπούτσι της γνώρισε ένα γυμνοσάλιαγκα, που το είχε βρει και το είχε φορέσει. Του το χάρισε, μιας και δεν είχε και αυτός φορέσει ποτέ στη ζωή του παπούτσι. Η ιστορία συνεχίστηκε και στο τέλος 39 έντομα, κυρίως σκουλήκια και σαλιγκάρια, φορούσαν τα παπούτσια της γενναιόδωρης σαρανταποδαρούσας. Μόνο ένα κράτησε για αυτήν. Για ένα και μόνο λόγο. Είχε ακούσει πως ένα παπούτσι σώζει ζωές και σκέφτηκε πως αν ποτέ την επιτεθούν με παπούτσι, ίσως της φανεί χρήσιμο να έχει και αυτή ένα δικό της. 

Υ.Γ. Οι άποδοι φίλοι της σαρανταποδαρούσας συχνά πυκνά την επισκέπτονταν. Περνούσαν όμορφα όλοι μαζί παίζοντας και γελώντας. Η σαρανταποδαρούσα κοιτούσε λοξά τα παπούτσια που τους είχε χαρίσει. Δεν είχε μετανιώσει που δεν είχε παπούτσια γιατί είχε 39 παπουτσωμένους άποδους φίλους!

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Η μέρα της επιστροφής

Είχε έρθει η μέρα. Η μέρα που θα γύριζε ο πατέρας της από την εξορία. Τον περίμενε πέντε ολόκληρα χρόνια. Κάθε μέρα όταν γυρνούσε από το σχολείο, είχε την αίσθηση πως θα τον έβλεπε σε κάποια γωνιά του σπιτιού. Ωστόσο κάθε φορά που έμπαινε στο σπίτι, αντίκριζε μόνο τη μητέρα της και τη γιαγιά της. Το βλέμμα της έπεφτε στο απλανές βλέμμα της μητέρας. Την κοιτούσε και με τα μάτια την ρωτούσε πότε θα γυρίσει ο πατέρας. Απάντηση έπαιρνε από το κατέβασμα του βλέμματος της μητέρας της. Μόνο η γιαγιά της της απαντούσε πως σύντομα θα γυρίσει. Τη φιλούσε και την έπαιρνε αγκαλιά, λέγοντάς της πως ο πατέρας της τους αγαπάει και είναι στο δρόμο της επιστροφής. 
Εκείνη την ημέρα είχε βάλει από το πρωί το πιο ωραίο φόρεμα. Μπαλωμένο ήταν και φορεμένο από καιρό, όμως το κόκκινο χρώμα του δεν είχε ξεθωριάσει. Στο σχολείο με το ζόρι προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στο μάθημα. Το μυαλό της ταξίδευε στην εικόνα του πατέρα της, έτσι όπως θα τον αντίκριζε μόλις θα άνοιγε την πόρτα. Αυτός θα κάθονταν στο τζάκι και θα κάπνιζε το τσιγάρο του ρουφώντας τον καφέ του. Η μητέρα της θα μαγείρευε κάτι ωραίο να φάνε, ίσως να είχαν και λίγο κρέας, αφού θα ήταν γιορτή για αυτούς εκείνη η μέρα. 
Οι ώρες κύλησαν αβάσταχτα αργά και το κουδούνι χτύπησε. Έβαλε τα βιβλία και τη μαρμάρινη πλάκα βιαστικά στο σακίδιό της και χύθηκε στο δρόμο τρέχοντας. Η κατηφόρα της έδωσε επιπλέον ώθηση. Έτρεχε και έβλεπε μπροστά της τον πατέρα της. Ο δρόμος για το σπίτι της φάνηκε πιο μακρύς από τις άλλες φορές. Μέχρι που λαχανιασμένη έφτασε στην αυλόπορτα. Την άνοιξε με ορμή και βρέθηκε μπροστά στην πόρτα του σπιτιού. Η πόρτα ήταν κλειστή. Δεν άκουγε ομιλίες. Η καρδιά της σαν να μην χτυπούσε, όσο και αν ζορίζονταν από το λαχανητό. Το κόκκινο στα μάγουλα του προσώπου της έγινε μελανί. Τα χείλη της έτρεμαν. Δεν ήθελε να ανοίξει την πόρτα. Τα πόδια της δεν την οδηγούσαν πλέον ούτε ένα βήμα μπροστά. Την ανάσα της ούτε που την αντιλαμβανόταν. 
Άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε μπροστά η μητέρα της. 
Ήρθε ο μπαμπάς....ψέλλισε, αλλά ούτε που ακούστηκε. Το είχε πει από μέσα της. Το όνειρό της παρέμενε όνειρο. Το όνειρο να πει αυτή πρώτη πως ήρθε ο μπαμπάς της παρέμενε στο μυαλό της. Μια μέρα θα πραγματοποιούνταν, αλλά δεν ήξερε το πότε. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι θα πραγματοποιούνταν.

Το σκιάχτρο

Όλη μέρα έστεκε όρθιο να επιβλέπει τα αμπέλια και αυτό το κούραζε. Ήθελε μια στιγμή να κάτσει, αλλά δεν του το επέτρεπε η σπονδυλική του στήλη, ήταν ξύλινη και άκαμπτη. Οπότε δεν είχε παρά να παραμένει όρθιο, είτε είχε ήλιο, είτε φυσούσε, είτε έβρεχε. Ήταν πάντα εκεί, με τα μάτια του να κοιτάζουν δεξιά, αριστερά και να μη μπορεί να αρθρώσει λέξη σε κανέναν. Έπρεπε να παραμένει σιωπηλό. Έτσι ήταν τα σκιάχτρα. Σιωπηλά, ακίνητα και μοναχικά. Μόνο που αυτό το σκιάχτρο έστεκε ακίνητο, σιωπηλό και μοναχικό σε μία θέση από όπου μπορούσε να θαυμάζει όλο τον ορίζοντα. Λόφους, αμπελώνες σκαρφαλωμένους σε πλαγιές με αναβαθμίδες, κορυφογραμμές χιονισμένες, σπιτάκια με κεραμοσκεπές, με καπνοδόχους που άλλοτε έβγαζαν γκρίζους καπνούς και άλλοτε έστεκαν υπομονετικά περιμένοντας τον χειμώνα. Κάποια στιγμή ένα πουλάκι πήγε και κάθησε στο, σηκωμένο προς τα πλάγια, ξύλινο χέρι του. Το σκιάχτρο το παρατηρούσε και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Υποτίθεται πως η παρουσία του και μόνο θα έπρεπε να το διώξει από τον αμπελώνα αλλά αυτό παρέμενε εκεί, καθισμένο στο ξύλινο χέρι του. Δεν μπορούσε να κουνηθεί, δεν μπορούσε να του μιλήσει, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να το διώξει. Ήθελε να είναι συνεπές στο καθήκον του να προστατεύει τον αμπελώνα. Ναι αλλά πώς; αφού το πουλάκι δεν έλεγε να φύγει από το μπράτσο του;
-Είναι όμορφο πουλάκι, έχει ασυνήθιστο κελάηδημα...
-Απορώ αν μπορεί να με ακούσει.....
-Παράξενο πουλί που είναι! Μόνο κελαηδάει, απορώ αν πεινάει...
-Παράξενο σκιάχτρο που είναι! έχει το πιο ζεστό, ξύλινο χέρι!
Το πουλάκι συνέχισε το μελωδικό του κελάηδημα, το σκιάχτρο συνέχισε να απολαμβάνει ήσυχο τη μελωδία και να στέκει όρθιο και ακούραστο στη μέση του αμπελώνα. Ο καιρός περνούσε και οι εποχές άλλαζαν. Οι λόφοι, οι αμπελώνες τριγύρω, τα σύννεφα, τα σπίτια με τις καμινάδες, τα υπόλοιπα σκιάχτρα και τα πουλιά ζούσαν στους δικούς τους ρυθμούς.

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Η κόκκινη γραβάτα

Ήρθε η ώρα να ντυθεί. Κλείστηκε στο δωμάτιό του αφήνοντας πίσω του τους καλεσμένους να συνομιλούν φλύαρα. Το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω στο κοστούμι, όπως έστεκε κρεμασμένο με επιμέλεια στο πόμολο της ντουλάπας. Τα παπούτσια του ήταν λουστραρισμένα, κατακαίνουργια περίμεναν και αυτά τη σειρά τους να φορεθούν. Η γραβάτα ήταν αφημένη πάνω στην καρέκλα, διπλωμένη χαλαρά σε θηλειά και αφημένη ανάποδα. Η εικόνα θύμιζε κάτι άλλο που δεν του άρεσε στην σκέψη, γι' αυτό και γύρισε το βλέμμα του στο κοστούμι. Είχε ένα βαθύ μαύρο χρώμα όπως όλα τα κλασσικά γαμπριάτικα κοστούμια. Το συγκεκριμένο όμως του άρεσε ιδιαίτερα. Είχε κάτι το διαφορετικό, που μόνο αυτός μπορούσε να το προσδιορίσει. Έβγαλε το άσπρο πουκάμισο από την κρεμάστρα και το φόρεσε με αργές κινήσεις. Φόρεσε το παντελόνι και τακτοποίησε το πουκάμισο από μέσα. Ήρθε η στιγμή της γραβάτας. Δε θα την έβαζε μόνος του. Η μητέρα του περίμενε έξω από το δωμάτιο του γιου της. Η πόρτα άνοιξε και ένα χαμόγελο άστραψε στο πρόσωπό της. Χαμόγελο και συγκίνηση. Το ίδιο αισθάνονταν και ο ίδιος. Όταν αντίκρυσε τη μητέρα του θυμήθηκε τότε που ήταν μικρός και τον έντυνε για το σχολείο. Αυτή θυμήθηκε τα βαφτίσια του. Τότε που στην εκκλησία τον έντυνε με τα βαφτιστικά του ρούχα και του έβαζε μια μικρή, κόκκινη γραβάτα. Τον καμάρωνε τότε και εύχονταν κάποια στιγμή να τον δει γαμπρό. Μετά από τόσα χρόνια ήρθε η στιγμή να τον καμαρώσει και να του δέσει τη γαμπριάτικη γραβάτα. Έσκυψε για να του την περάσει στο λαιμό και άρχισε να του τη σφίγγει. Τον κοιτούσε στα μάτια και προσπαθούσε να μαντέψει τί σκέφτονταν. Τον ήθελε ευτυχισμένο στο γάμο του. Διαισθάνονταν ότι ήταν κάπως ανήσυχος τον τελευταίο καιρό, απέδιδε όμως την ανησυχία στην προετοιμασία του γάμου. Ήξερε πως η έμφυτη αισιοδοξία του θα του επιφύλασσε ένα όμορφο μέλλον. 
Την κοιτούσε και αυτός στα μάτια. Διαισθάνονταν και αυτός από την πλευρά του μια εσωτερική ανησυχία της μητέρας του. Πάντα την συναισθάνονταν όταν η σκέψη της ήταν ανήσυχη για αυτόν. Είχαν μια ιδιαίτερη σχέση από τότε που ήταν μικρός. Μια σχέση τρυφερότητας και αγάπης όπου δεν έπνιγε ο ένας τον άλλον. Ήθελε να την καθησυχάσει και της το έδειξε με ένα φιλί στο μάγουλο και μια ζεστή αγκαλιά. Αγκαλιάστηκαν αρκετή ώρα. Ένιωθε η μητέρα την ανάσα του γιου της και αυτός απολάμβανε τη ζεστασιά της αγκαλιάς της. Όταν απομακρύνθηκαν τα σώματά τους έσφιξε τη γραβάτα και τακτοποίησε το γιακά από το πουκάμισο. Του φόρεσε το σακάκι από το κοστούμι. Αυτός έσκυψε και φόρεσε τα παπούτσια. Είχε ντυθεί γαμπρός. Η μητέρα του άνοιξε την πόρτα και βγήκαν μαζί έξω από την κάμαρα. 
Οι καλεσμένοι σταμάτησαν ξαφνικά τις ομιλίες και γύρισαν όλοι μαζί προς το μέρος του. Τον χειροκρότησαν αυθόρμητα θαυμάζοντας την ομορφιά του. Τους χάριζε απλόχερα το χαμόγελό του. Ένα χαμόγελο που έκρυβε το σφίξιμο της γραβάτας. Τον έσφιγγε στο λαιμό, μην αφήνοντάς τον να αναπνεύει με ευκολία. Δεν τον ενοχλούσε όμως γιατί ήταν σφιχτά δεμένη, κάτι άλλο τον ενοχλούσε, κάτι πιο εσωτερικό. Γύρισε στη μητέρα του και την κοίταξε φευγαλέα. Δεν ήθελε να καταλάβει τίποτα. Της χαμογέλασε τρυφερά σαν να της έλεγε "είναι λίγο σφιχτή, αλλά δεν πειράζει το αντέχω" και μετά κοίταξε μπροστά του αφηρημένα, αγωνιώντας για την ώρα που θα συναντούσε τη μέλλουσα γυναίκα του. Η εικόνα της κόκκινης γραβάτας αφημένη ανάποδα στην καρέκλα του έρχονταν στο μυαλό. Η σκέψη διαλύθηκε γρήγορα από τον κόσμο που τον πλαισίωνε. Όλοι του εύχονταν να ευτυχήσει. Το ίδιο εύχονταν και αυτός στον εαυτό του, με την αίσθηση της κόκκινης γραβάτας να τον ενοχλεί στο λαιμό.

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Η Ομπρελούπολη


Ήταν μια πόλη, κάπου κοντά ή κάπου μακριά, κανείς δεν ξέρει ακριβώς πού, όπου όλοι οι κάτοικοι κρατούσαν ομπρέλες, όχι μόνο για τη βροχή και τον ήλιο αλλά για να μη βλέπει ο ένας τον άλλο και να μην εκφράζουν τα συναισθήματά τους προς τον άλλο. Είτε έβρεχε, είτε είχε ήλιο, μικροί μεγάλοι περπατούσαν στους δρόμους με τις πολύχρωμες ομπρέλες τους. Καλημέρα, καλησπέρα δεν αντάλλασσαν, παρά μόνο έπαιρναν την πρωινή ομπρέλα που έλεγε «καλημέρα» ή «καλησπέρα» και την κουνούσαν σαν να υποκλίνονταν σε όποιον συναντούσαν στο δρόμο. Όταν είχαν ευχάριστη διάθεση, έπαιρναν τη χαμογελαστή ομπρέλα με μεγάλο άνοιγμα, ενώ όταν ήταν, για κάποιο προσωπικό λόγο, λυπημένοι, κρατούσαν τη λυπημένη ομπρέλα, με μικρό άνοιγμα και ακτίνες στραμμένες προς το έδαφος. Οι άρχοντες κυκλοφορούσαν με ομπρέλες, που σπάνια κρατούσαν οι ίδιοι, συνήθως μαύρες ή σκούρες μπλε, με μεγάλο άνοιγμα ακτίνας. Οι κυρίες των εύπορων τάξεων κρατούσαν ομπρέλες με δαντέλα στο τελείωμα ή με γυαλιστερές πέτρες οι πιο πλούσιες. Οι πιο απλές γυναίκες κρατούσαν ομπρέλες χρωματιστές, που τις ζωγράφιζαν μόνες τους, έχοντας ιδιαίτερη αδυναμία στα ζωγραφιστά λουλούδια. Οι άντρες κρατούσαν ομπρέλες σκουρόχρωμες, με σχήματα κυρίως γεωμετρικά, θέλοντας να επιδείξουν μια σοβαρότητα στις διαθέσεις τους. Οι πιο χαριτωμένες ήταν οι παιδικές ομπρέλες, όπου τα πιο φτωχά παιδιά ζωγράφιζαν με τους μαρκαδόρους τους τον κόσμο όπως θα τον ήθελαν ενώ τα πιο πλούσια τον κόσμο όπως θα ήθελαν να μοιράζονται.
Μια μέρα ένας κύριος, μια εύπορη κυρία, μια φτωχή κυρία, ένα πλουσιόπαιδο, ένα φτωχόπαιδο και ένας άρχοντας περπατούσαν στο πεζοδρόμιο. Η μέρα ήταν βροχερή και ο καθένας πήρε τη δική του ομπρέλα της βροχής. Κάποια στιγμή θέλησαν να διασχίσουν το δρόμο και οι ομπρέλες τους αγγίχτηκαν. Ο άρχοντας γλίστρησε κατά λάθος και έπεσε στο δρόμο. Το φτωχόπαιδο φιλοτιμήθηκε να τον βοηθήσει και του έδωσε να κρατάει την ομπρέλα του. Όπως σηκώθηκε ο άρχοντας πήρε κατά λάθος την ομπρέλα του φτωχού παιδιού και το φτωχόπαιδο την ομπρέλα του άρχοντα. Άκουσε ο άρχοντας τη φτωχομπρέλα να μιλάει «θα ήθελα να ζω σε έναν κόσμο πιο δίκαιο» και το παιδί την αρχοντομπρέλα να λέει «πρέπει να διατηρήσουμε την αδικία για το συμφέρον μας». Μετά από λίγο γλίστρησε το πλουσιόπαιδο. Η φτωχή γυναίκα έσπευσε να το βοηθήσει. Όπως σηκώθηκε το παιδάκι πήρε την ομπρέλα με το υπέροχο κόκκινο ζωγραφιστό λουλούδι και η φτωχή γυναίκα την διακοσμημένη, με διαμαντένια αυτοκινητάκια ομπρέλα του παιδιού. Το πλουσιόπαιδο άκουσε την ομπρέλα να λέει «Δεν έχω να ταΐσω τα παιδιά μου απόψε» και η φτωχή γυναίκα άκουσε τη φράση «Να το πετάξεις το φαγητό αυτό δεν μου αρέσει».
Δεν πέρασε ένα λεπτό και γλίστρησε ο κύριος με τη σκούρα του ομπρέλα. Η εύπορη κυρία που περνούσε από δίπλα του δεν γύρισε να τον βοηθήσει, παρά τον περιφρόνησε συνεχίζοντας το αργό της βηματισμό. Μόνο που ο αέρας της πήρε την ομπρέλα και ο πεσμένος στην άσφαλτο κύριος της την κράτησε για να μη την πάρει ο αέρας μακριά. Και η κυρία επέστρεψε να πάρει την ομπρέλα της, μόνο που ο κύριος της έδωσε την δική του και η κυρία είπε ένα απλό ευχαριστώ. Η ομπρέλα με τους πολύτιμους λίθους μιλούσε στον κύριο και του έλεγε «Δεν θέλω να βοηθάω τον κόσμο γιατί δεν είναι όμοιοί μου» και η κυρία άκουσε τη σκουρόχρωμη ομπρέλα να λέει «Περιφρονώ τις γυναίκες που δεν έχουν ψυχή».
Όλα αυτά συνέβησαν εκείνη τη βροχερή ημέρα, όταν ξαφνικά τα σύννεφα άδειασαν όλες τους τις σταγόνες. Ο ήλιος εμφανίστηκε μονομιάς και ο κόσμος θαύμαζε τη λάμψη του, προσπαθώντας να συνέλθει από την νεροποντή. Άφησαν όλοι αυθόρμητα τις ομπρέλες τους. Άφησε την ομπρέλα του και ο κύριος, η εύπορη κυρία, η φτωχή κυρία, το πλουσιόπαιδο, το φτωχόπαιδο και ο άρχοντας. Οι ομπρέλες πέταξαν μέχρι ένα ύψος και σταμάτησαν στο ύψος των κτιρίων. Σκέπαζαν τους δρόμους, προσφέροντας τη σκια τους στους πεζούς. Τα χρώματά τους έδιναν τις αποχρώσεις τους στην πόλη, τα λουλούδια και τα σχήματα άφηναν τη σκιά τους στις πλατείες. Το φτωχόπαιδο αναφώνησε «θέλω να παίξω κουτσό με τις σκιές!», το πλουσιόπαιδο είπε «τι όμορφη που έγινε η πόλη μας με τις ομπρέλες!» και τα παιδάκια αφέθηκαν στο παιδικό παιχνίδι, ένα παιχνίδι άγνωστο για το πλουσιόπαιδο και ιδιαίτερα αγαπητό στο φτωχόπαιδο. Ο κύριος πήρε το χέρι τις φτωχής κυρίας και τη χόρεψε ανάμεσα στις σκιές, δείχνοντας της τη χαρά της ζωής που ποτέ δεν μπόρεσε να απολαύσει. Η εύπορη κυρία απλά αφέθηκε να περπατάει κάτω από τις ομπρέλες με τα λουλούδια, για να θαυμάσει την τέχνη των απλών γυναικών που τα ζωγράφισαν. Και ο άρχοντας απλά απολάμβανε την πόλη, όπου όλοι ήταν ίσοι χωρίς την αδικία να τους βασανίζει και χωρίς ομπρέλες να σκεπάζουν τα πρόσωπά τους και να μην μπορούν να εκφραστούν.

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Zωή


«Ζωή» βγήκε η λέξη από το στόμα της, με μια γλυκιά χροιά, όπως κοιτούσε τον καθρέφτη. Η λέξη έπεσε πάνω στον καθρέφτη και αφέθηκε ελεύθερη να αιωρείται. Η κοπέλα έστεκε απέναντι από το είδωλό της κοιτάζοντας τον εαυτό της. Προσπαθούσε να ξεδιαλύνει τις σκέψεις της. Η λέξη «Ζωή» ξεκίνησε το ταξίδι της στον αέρα. Πέταξε ψηλά συναντώντας άλλες λέξεις ταξιδιάρικες. Προτίμησε να ταξιδεύει μόνη, ανάμεσα σε αέριες μάζες, σύννεφα, αέρηδες.
Ένας άντρας και μια γυναίκα κοιμόντουσαν αγκαλιά, όταν ο άντρας ξύπνησε και κοιτάζοντας με τρυφερότητα τη γυναίκα είπε αυθόρμητα «είσαι ωραία» Οι λέξεις, μαζί σε μια φράση, ακούστηκαν στο δωμάτιο. Η γυναίκα κοιμόταν ήρεμα και δεν άκουσε αυτό, που με αγάπη, της ψιθύρισε ο άντρας. Οι λέξεις «είσαι ωραία» αφέθηκαν να αιωρούνται μέσα στο δωμάτιο και από το ανοιχτό παράθυρο παρασύρθηκαν και βγήκαν έξω. Ο νυχτερινός αέρας τις πήρε μακριά και τις ταξίδεψε ψηλά. Μέσα στον σκοτεινό ουρανό οι λέξεις πέταξαν με φόντο τα αστέρια. Συνάντησαν μοιραία τη λέξη «Ζωή» και με μια μετωπιαία σύγκρουση έγιναν η φράση «Ζωή είσαι ωραία». Η φράση συνέχισε το ταξίδι της μέχρι που ξημέρωσε και βρέθηκε πάνω από την απέραντη θάλασσα.
Ήταν χαράματα και ένας ψαράς μόλις είχε μαζέψει τα δίχτυα του στη βάρκα. Όπως ξεψάριζε τα ψάρια από τα δίχτυα, άφησε ελεύθερη μια ζαργάνα που σπαρταρούσε απεγνωσμένα, προσπαθώντας να νικήσει το θάνατο. «Όταν είσαι ελεύθερη» της είπε και την άφησε να γυρίσει στο θαλάσσιο κόσμο της. Η ζαργάνα με μια κίνηση του σώματός της βούτηξε στο νερό και χάθηκε από τα μάτια του ψαρά. Οι λέξεις ειπώθηκαν για αυτήν, μόνο που δεν μπόρεσε να τις ακούσει. Ο ψαράς έμεινε στη βάρκα να συνεχίζει το ξεψάρισμά του και να σκέφτεται το ψάρι που του χάρισε την ελευθερία του. Η φράση «όταν είσαι ελεύθερη» υψώθηκαν πάνω από τη βάρκα και με το θαλασσινό αέρα ταξίδεψαν και αυτές πάνω από το πέλαγος.
Η φράση «Ζωή είσαι ωραία» συνάντησε τη φράση «όταν είσαι ελεύθερη» και δέθηκαν αρμονικά χωρίς να το πολυσκεφτούν. Η φράση «Ζωή είσαι ωραία όταν είσαι ελεύθερη» ταξίδευε ψηλά, πέρασε μέσα από μια ξαφνική καταιγίδα, τρομάζοντας από τις αστραπές και τις βροντές. Άφησε πίσω της τα σύννεφα, έχοντας λίγες σταγόνες βρόχινου νερού πάνω στα δύο «ω».
Ένας άντρας, με ωραία αρρενωπά χαρακτηριστικά, κάθονταν στην άκρη ενός γκρεμού, ατενίζοντας το πέλαγος μπροστά του. Η σκέψη του ταξίδευε σε ένα πρόσωπο που είχε χάσει πρόσφατα και του είχε πει λίγο πριν κλείσει τα μάτια του για πάντα «να ταξιδεύεις». Οι λέξεις βγήκαν από το στόμα του άντρα όπως ακριβώς τις είχε πει τότε ο φίλος του και αφέθηκαν ελεύθερες στον αέρα. Ανέβηκαν ψηλά και συγκρούστηκαν ακαριαία με τη φράση «Ζωή είσαι ωραία όταν είσαι ελεύθερη», όπως έρχονταν από το πέλαγος.
Η φράση «Ζωή είσαι ωραία όταν είσαι ελεύθερη να ταξιδεύεις» συνέχιζε να ταξιδεύει με αέρηδες απογευματινούς, μέχρι που αισθάνθηκε το βάρος της και άρχισε να χάνει ύψος. Οδηγήθηκε πάνω από την πόλη και κατευθύνθηκε, εντελώς τυχαία, στο παράθυρο της Ζωής. Μπήκε στο δωμάτιο της και χτύπησε πάνω στον καθρέφτη της. Η Ζωή γύρισε και κοίταξε με απορία τον καθρέφτη. Μία φράση ακούστηκε από το πουθενά. Ήταν η φωνή της σκέψης ή κάτι άλλο; Η φράση «Ζωή είσαι ωραία όταν είσαι ελεύθερη να ταξιδεύεις» είχε διεισδύσει στα πιο βαθιά σημεία του αυτιού της. Λέξεις που δεν τις άκουσε κανείς, ενώθηκαν και βρήκαν τον τελικό αποδέκτη. Η Ζωή σηκώθηκε και ετοίμασε τη βαλίτσα της. Το παράθυρο του δωματίου της το άφησε ορθάνοιχτο. «Ζωή είσαι ωραία όταν είσαι ελεύθερη να ταξιδεύεις» είπε, με το κεφάλι της να ξεπροβάλλει από το παράθυρο, χωρίς να την ακούσει κανείς. Βγήκε από το σπίτι χωρίς να ξέρει τον προορισμό του ταξιδιού της, χωρίς να ξέρει την εξέλιξη της ζωής της. Δεν ήθελε να σκέφτεται τίποτα παρά μόνο τη φράση «Ζωή είσαι ωραία όταν είσαι ελεύθερη να ταξιδεύεις» να τη συντροφεύει υπόκωφα στο αυτί της. 

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Η Μάσκα

Ξάπλωνε και η μάσκα την κοιτούσε. Άνοιγε και αυτή τα μάτια της και την κοιτούσε. Είχε συνηθίσει να την παίρνει ο ύπνος με αυτόν τον τρόπο, με το να κοιτάζει τη μάσκα. Οι τρύπες στη θέση των ματιών της μάσκας της δημιουργούσαν έναν παράξενο φόβο. Είχε συνηθίσει να την παίρνει ο ύπνος με το φόβο αυτό. Η μάσκα της μαύρης γυναίκας την κοιτούσε χωρίς φόβο. Την κοιτούσε με επιβλητικότητα.
Ένα βράδυ κοίταξε τη μάσκα. Περίμενε το φόβο να την κυριεύσει. Κοιτούσε την άδεια θέση των ματιών. Περίμενε. Συνέχιζε να την κοιτάζει αναμένοντας. Όταν ξαφνικά είδε μια λάμψη στις κόγχες των ματιών. Επικέντρωσε το βλέμμα της σε αυτή τη λάμψη και ο φόβος άρχισε να την κυριεύει. Αυτή τη φορά πιο έντονος, την ακινητοποίησε στο κρεβάτι. Κοιτούσε τη μάσκα της μαύρης γυναίκας και ένιωθε το βλέμμα της μάσκας πάνω της να την καθηλώνει. Δεν κοιμήθηκε. Πέρασε πολύ ώρα με το φόβο και τη μάσκα να την κυριεύουν. Κοίταξε στον τοίχο και η μάσκα είχε αρχίσει να απομακρύνεται. Την ένιωθε να την πλησιάζει, να μεγαλώνει στα μάτια της, να έρχεται τόσο κοντά της που άγγιξε το πρόσωπό της. Το άγγιξε και ένιωσε την σκληρή της επιφάνεια. Τα μάτια της αντίκρισαν τις κόγχες της μάσκας, το βλέμμα της αφομοιώθηκε από τη λάμψη που έβγαινε από αυτές. Μάσκα και πρόσωπο γίνανε ένα.
 ...........................................................................................................

Κάθεται και κοιτάζει, με τη μάσκα στο πρόσωπο, την άλλη ασθενή του δωματίου. Δεν την αφήνει να κοιμηθεί παρά μόνο όταν αντιλαμβάνεται ότι η γυναίκα έχει κυριευτεί από το φόβο της. Τότε βγάζει τη μάσκα και κοιμάται πλάι της…κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί το κάνει αυτό…ίσως γιατί ήταν πάντα μόνη πριν μπει στο ίδρυμα, μόνη με μια μάσκα κρεμασμένη στον τοίχο…

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Το φεγγαρένιο αερόστατο



Η Φεγγαρένια ήταν ένα μικρό κοριτσάκι με μακριά κιτρινοπορτοκαλί μαλλιά και πρόσωπο μακρουλό, σαν το μισοφέγγαρο. Ο μπαμπάς της ήταν αστρονόμος, δηλαδή μελετούσε τα άστρα, τους πλανήτες και κυρίως το φεγγάρι. Η μαμά της ήταν ποιήτρια, έγραφε για τον ουρανό, τα άστρα και κυρίως για το ολόγιομο φεγγάρι. Η Φεγγαρένια κάθε βράδυ, με τη γάτα της τη Ρένια αγκαλιά, ξάπλωναν στο κρεβάτι και από το φεγγίτη του δωματίου της χάζευαν τον στολισμένο με αστέρια νυχτερινό ουρανό. Έκλειναν τα μάτια και ονειρεύονταν μαζί ταξίδια στο φεγγάρι, μέχρι να τις πιάσει ο ύπνος…..

-Σήκω, σήκω Ρένια…φεύγουμε για το φεγγάρι. Φούσκωσα το αερόστατο…
-Νιάου….έκανε η γάτα νωχελικά.
-Σήκω σου λέω και άσε τα νιαουρίσματα…σου ετοίμασα και το καλάθι σου, έβαλα την αγαπημένη σου κουβέρτα μην κρυώσεις…έλα φεύγουμε…
-Νιάου…νιάου….ξανάκανε η γάτα, τεντώνοντας τα μπρος και τα πίσω πόδια, με μία αργή και νιαζιάρικη κίνηση.
Κατέβηκαν στην αυλή και με ένα σάλτο πήδηξαν μέσα στο αερόστατο. Η Ρένια κούρνιασε στο καλάθι της, με την αγαπημένη της κουβέρτα. Η Φεγγαρένια άρχισε να πετάει τα βαρίδια για να πάρει το αερόστατο ύψος…και όσο ελευθέρωνε ένα ένα τα βαρίδια, τόσο το αερόστατο πετούσε πιο ψηλά….
-Ρένια βλέπεις το σπίτι μας; όλο και μικραίνει.... γεια σου μαμά και μπαμπά… μέχρι να ξημερώσει θα γυρίσω …μην ανησυχείτε, πάω μέχρι το φεγγάρι και θα γυρίσω….
-Νίαου…Νιάου…χαιρέτησε και η Ρένια με τη σειρά της, τεντώνοντας το σώμα της, για να μπορεί να βλέπει από το καλάθι.
Το αερόστατο πετούσε τώρα ψηλά στον ουρανό. Το κοριτσάκι και η γάτα κοιτούσαν από ψηλά την πόλη που αφήνανε, τα λιγοστά φωτάκια των σπιτιών που τρεμόπαιζαν στο σκοτάδι, το φάρο στο λιμάνι που αναβόσβηνε το κόκκινο φωτάκι του. Κοιτούσαν και ξανακοιτούσαν και δεν χόρταιναν το πρωτόγνωρο ταξίδι τους. Τα κεφαλάκια τους ξεπρόβαλλαν έτσι όπως τεντώνονταν και πατούσαν στις μύτες των ποδιών τους. Το φεγγάρι από ψηλά, φώτιζε το αερόστατό τους και όσο το πλησιάζανε τόσο τα χρώματα του μπαλονιού του διακρίνονταν καλύτερα. Κάποια στιγμή, το αερόστατο πέταξε τόσο ψηλά που η Φεγγαρένια και η Ρένια έβλεπαν ολόκληρη τη γη.
-Τι όμορφη που είναι….αναφώνησε η Φεγγαρένια. Είναι τόσο διαφορετική από ψηλά....και να σκεφτείς Ρένια πως το σπίτι μας είναι κάπου εκεί…..
-Νιάου, νιάου, συμφώνησε και η Ρένια κοιτάζοντας και αυτή με τα σκιστά, γκριζοπράσινα μάτια της τη γη.
-Κοίτα Ρένια, πλησιάζουμε στο φεγγάρι…Κοίτα πόσο διαφορετικό είναι! Τί υπέροχο χρώμα που έχει!
-Νιάου, νιάου….αναφώνησε η γάτα, γουρλώνοντας τα σκιστά της μάτια.
Το αερόστατο πετούσε όλο και πιο ψηλά, ολοένα πιο μακριά από τη γη και πιο κοντά στο φεγγάρι. Η Φεγγαρένια και η Ρένια θαύμαζαν τη γη από τη μία και το φεγγάρι από την άλλη, μέχρι που….
-Ρένια, Ρένια…σαν να ξεφουσκώνει το μπαλόνι του αερόστατου…
-Νιάου, Νιάου…έκανε η Ρένια με ένα φοβισμένο νιαούρισμα….
-Το αερόστατο δεν έχει άλλον αέρα…θα χαθούμε στο απέραντο σύμπαν...
Το αερόστατο ξεφούσκωνε, ξεφούσκωνε .....όμως ξαφνικά....αισθάνθηκαν ένα δυνατό τρανταγμα...για μια στιγμή τρόμαξαν και αγκαλιάστηκαν σφιχτά...η ανάσα τους είχε σταματήσει....Η Φεγγαρένια σήκωσε το κεφαλάκι της ψηλά.  Και τί να δει;.....το αερόστατο όπως πλησίασε στο φεγγάρι το παρέσυρε μέσα στα πανιά του…. Το φεγγάρι, σαν μια μπάλα λαμπερή, είχε μπει μέσα στα σχεδόν ξεφούσκωτα πανιά του αερόστατου και το οδηγούσε στο ταξίδι του γύρω από τη γη.
-Κοίτα, κοίτα Ρένια, δεν είναι πανέμορφο το φεγγάρι από κοντά; Το έχουμε πάρει μαζί μας, ταξιδεύουμε μαζί του, ίσως το κατεβάσουμε στη γη, θα τρελαθούν από τη χαρά τους ο μπαμπάς και η μαμά μου, οι φίλοι μου….
-Νιάου, νιάου, έκανε η Ρένια σαν να συμφωνούσε. Ήθελε και αυτή να δουν το φεγγάρι οι γάτοι φίλοι της.
Χάζευε και αυτή το αερόστατο με το φεγγάρι στα πανιά του και τα μουστάκια της γελούσαν και αυτά. Έκανε ένα γουργούρισμα όλο χαρά και βυθίστηκε στη ζεστασιά της κουβερτούλας της. Είχε κουραστεί να σκύβει από το καλάθι του αερόστατου και έτσι προτίμησε τη θαλπωρή της κουβερτούλας.
Η Φεγγαρένια χοροπηδούσε από τη χαρά της, δεν πίστευε στα μάτια της. Το αερόστατο, με τη Ρένια και τη Φεγγαρένια και το φεγγάρι στα πανιά του συνέχιζε το γύρο της γης…
-Ρένια, είναι το πιο όμορφο ταξίδι που έχω κάνει. Κοίτα η Μεσόγειος θάλασσα! η Αφρική με την έρημο Σαχάρα! κοίτα κοίτα η Νότιος Αμερική! οοοο ο Ειρηνικός ωκεανός....τί μεγάλος που είναι!
-Νιάου….απάντησε η Ρένια, κάπως αδιάφορα αυτή τη φορά...ένιωθε λίγη ζαλάδα και τα μουστάκια της ήταν λίγο μαραμένα. 
-Τί νιαούρισμα ήταν αυτό; Ρένια γιατί δεν σηκώνεσαι να χαρείς;  
Η Φεγγαρένια γύρισε, την κοίταξε και την πήρε αγκαλιά.
-Δε νιώθεις καλά γατούλα μου; Τί έχεις; Δεν απολαμβάνεις το ταξίδι με το φεγγάρι; Σου λείπει η γη, το σπίτι μας, τα ποντικάκια της γειτονιάς;
Η Ρένια μόνο γουργούριζε. Δεν είχε δυνάμεις να νιαουρίσει. 
-Ρένια μάλλον έχεις δίκιο. Τόσην ώρα μόνο γυρίζουμε γύρω από τη γη. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ. Φοβάμαι πως έτσι όπως παγιδεύτηκε το φεγγάρι στο αερόστατο δεν θα γυρίσουμε ποτέ πίσω…δε θα ξαναδούμε το σπίτι μας, η μαμά και ο μπαμπάς θα μας ψάχνουν…εκτός και αν....
-Νιάου, αποκρίθηκε η γάτα, βρίσκοντας ξανά τις δυνάμεις της και τινάζοντας με μιας την κουβέρτα της.
-Ρένια πήρες δυνάμεις. Πόσο χαίρομαι για αυτό. Με ανησύχησες γατούλα μου. Όμως κάτι πρέπει να κάνουμε γρήγορα. Πρέπει να πείσουμε το φεγγάρι να μας κατεβάσει στη γη, σε λίγο θα ξημερώσει και πρέπει να βρίσκομαι στο κρεβάτι μου όταν θα έρθει η μαμά μου να με ξυπνήσει.
Η Ρένια το μόνο που έκανε ήταν να αφήσει ένα γουργουρισμα, σαν γατίσιο αναστεναγμό στην αγκαλιά του κοριτσιού. Κάτι έπρεπε να κάνουν, η αλήθεια ήταν πως δεν μπορούσαν να ταξιδεύουν για πάντα, με το φεγγάρι γύρω γύρω από τη γη. Έπρεπε να κατεβούν. Το φεγγάρι, που τόσην ώρα απολάμβανε και αυτό την παρέα τους, άκουσε τον προβληματισμό τους. Δεν ήθελε να τις φέρει σε δύσκολη θέση. Μπορεί να συγκινήθηκε που δεν ήταν μόνο του στο αιώνιο ταξίδι του γύρω από τη γη, μπορεί να χαίρονταν που έδειχνε τις ηπείρους και τους ωκεανούς στη Φεγγαρένια και τη Ρένια, αλλά έπρεπε να τις βοηθήσει να επιστρέψουν. Χωρίς καθυστέρηση, άλλαξε την τροχιά του και κατέβασε το αερόστατο στη γη. Η Φεγγαρένια και η Ρένια ανακουφίστηκαν όταν άρχισαν να βλέπουν ξανά τα σπιτάκια της πόλης τους να μεγαλώνουν στα μάτια τους, τα φωτάκια να φαίνονται πιο έντονα και το φάρο στο λιμάνι να αναβοσβήνει το κόκκινο φως του. Γύρισαν στο φεγγάρι και του είπαν:
-Ευχαριστούμε φεγγάρι που μας ταξίδεψες. Ήταν υπέροχο να βλέπουμε τη γη από ψηλά.
-Νιάου, νιάου…αποκρίθηκε και η γάτα κοιτάζοντας για μια τελευταία φορά το φεγγάρι από τόσο κοντά.
Το φεγγάρι υποκλίθηκε, χαρίζοντάς τους το όμορφο χαμόγελό του και με μια κίνηση βγήκε από τα πανιά του αερόστατου γυρίζοντας μεμιάς στη θέση του. Θα συνέχιζε μόνο του την τροχιά του γύρω από τη γη, όπως θα συνέχιζε να λούζει με το φως του το δωμάτιο της Φεγγαρένιας και της Ρένιας κάθε βράδυ. Η νύχτα πλησίαζε στο τέλος της και η Φεγγαρένια κοιμόταν ήρεμα. Όταν η μητέρα της μπήκε το πρωί στο δωμάτιο της μικρής, η Φεγγαρένια είχε ήδη ξυπνήσει. Με τη Ρένια αγκαλιά, έπαιζε το χάρτινο αερόστατο που της είχαν χαρίσει πρόσφατα στα γενέθλιά της. Κάτι μουρμούριζε η μικρή που δεν το καταλάβαινε η μητέρα της, κάτι σαν «Αερόστατο θα μας ταξιδέψεις ξανά μέχρι το φεγγάρι; ξέχασα να του πω πως ήθελα να το γνωρίσω στους γονείς μου και στους φίλους μου, αλλά αυτό βιάστηκε να πάρει τη θέση του στον ουρανό....ξέχασα να του πω πως θα ήθελα μια φορά να πραγματοποιήσω το ονειρικό μου ταξίδι!»


Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Ομπρέλα κήπου


        Έβγαλε τα ρούχα από το πλυντήριο, σήκωσε νωχελικά τη βαριά λεκάνη και κατευθύνθηκε προς το μπαλκόνι. Δεν είχε καμία διάθεση εκείνο το πρωινό για δουλειές. Ήταν εκείνη η συζήτηση μαζί του το προηγούμενο βράδυ που είχε καταλήξει πάλι σε αδιέξοδο. Πήρε το πρώτο ρούχο από τη λεκάνη, χωρίς καν να δει πιο ήταν και μηχανικά έβαλε το χέρι της στη θήκη με τα μανταλάκια. Τίναξε το ρούχο, μια μπλούζα δική του, είχε ξεμείνει από την τελευταία φορά που είχε κοιμηθεί στο σπίτι της. Όπως πίεζε τις δύο άκρες από το μανταλάκι για να το σκαλώσει στα ρούχα, είδε τη μεγάλη άσπρη ομπρέλα κήπου στην πρασιά του γείτονα, ακριβώς κάτω από το μπαλκόνι της. Συνέχιζε να απλώνει ρούχα και να τα ασφαλίζει με τα μανταλάκια. Κοιτούσε την ομπρέλα χωρίς να αντιλαμβάνεται αυτό που κάποιος είχε γράψει με μεγάλα γράμματα το προηγούμενο βράδυ. Ήταν ένα μεγάλο «Σ’ αγαπώ». Όταν τελικά το βλέμμα της καρφώθηκε στη λέξη, η κάλτσα που κρατούσε έπεσε στην πρασιά. Παρέμεινε εκεί να διαβάζει τη λέξη και ήταν σίγουρη πως ο καλός της την είχε γράψει για αυτήν.
Κατέβηκε, σχεδόν κατρακυλώντας τις σκάλες, για να πάρει την κάλτσα της, όμως δε γύρισε στο σπίτι. Πήγε μέχρι την πολυκατοικία του καλού της. Από το περίπτερο απέναντι αγόρασε στυλό και δίπλα από το θυροτηλέφωνο του έγραψε «Σ’ αγαπώ», με μεγάλα ευδιάκριτα γράμματα. Χτύπησε το κουδούνι κι έφυγε. Δεν ήθελε να τον συναντήσει, μόνο να δει τη λέξη που του έγραψε. Κατά σατανική όμως σύμπτωση ο ηλεκτρολόγος την προηγούμενη ημέρα, είχε αλλάξει τις συνδέσεις και τη σειρά των ονομάτων στα θυροτηλέφωνα, με αποτέλεσμα το κουμπί για το διαμέρισμα του αγαπημένου της να είναι πλέον σε άλλη θέση. Τα ονόματα παραμείνανε στις παλιές θέσεις, καθώς δεν πρόλαβαν οι ένοικοι να αλλάξουν τα καρτελάκια.
Ο κύριος του τετάρτου ορόφου, με το που χτύπησε το κουδούνι, δεν άκουσε κάποιον να απαντάει και με την ευκαιρία που ήθελε να πετάξει τα σκουπίδια, κατέβηκε να δει ποιος χτύπησε το κουδούνι. Αφού πέταξε τα απορρίμματα στον μεγάλο πράσινο κάδο, κάνοντας μια γκριμάτσα αηδίας από τις ανεπιθύμητες οσμές, έβαλε το χέρι του στην τσέπη να πάρει τα κλειδιά και τότε θυμήθηκε πως είχε ξεχάσει να τα πάρει. Κοίταζε τα κουδούνια στα θυροτηλέφωνα για να χτυπήσει κάποιον γείτονα και το μάτι του έπεσε στο «Σ’ αγαπώ». Η αγαπημένη του ήξερε πως το δικό του κουδούνι αντιστοιχούσε στο όνομα του νεαρού του πρώτου ορόφου, της το είχε πει το προηγούμενο βράδυ. Χαμογέλασε από ευχαρίστηση αλλά και γιατί την προηγούμενη το αδιέξοδο στη συζήτηση τον είχε πληγώσει. Με μιας έκανε μια στροφή και άρχισε να περπατάει γρήγορα. Ήθελε να την προλάβει πριν πάει στη δουλειά.
Όταν έφτασε στην είσοδό της πολυκατοικίας της αντιλήφθηκε πως δεν είχε τίποτα μαζί του που να τον βοηθούσε να της γράψει και αυτός το «Σ’ αγαπώ». Κοίταξε τριγύρω του και παρατήρησε τα στοιβαγμένα κούτσουρα. Με αυτά σχημάτισε την επίμαχη λέξη βάζοντας τα ακριβώς μπροστά στο αυτοκίνητό της, ή μήπως στο αυτοκίνητο της κυρίας του έκτου, μόνο οι πινακίδες τους διέφεραν, κατά τα άλλα ήταν ίδια μοντέλα, ίδιο χρώμα. Έφυγε γρήγορα γρήγορα, μην τον περάσει κανένας για τρελό και πέρασε από τον κλειδαρά της γειτονιάς του ανοίξει την πόρτα του σπιτιού του. Μετά από λίγα λεπτά κατέβηκε και η κυρία του έκτου ορόφου και με το κλειδί στο χέρι μπαίνει στο αυτοκίνητο της, το είχε βάλει σε αυτήν τη θέση πάρκινγκ, έπειτα από συνεννόηση με την κυρία του τρίτου ορόφου, βάζει μπρος τη μηχανή και με το που ξεκινάει νιώθει τις ρόδες του αυτοκινήτου να συναντούν αντίσταση.
Κατεβαίνει και βλέπει τα κούτσουρα αραδιασμένα σε μια παράξενη διάταξη όταν μετά από αρκετά δευτερόλεπτα διαβάζει «Σ’ αγαπώ». Ένα χαμόγελο σκάει αυτόματα στα χείλη της. Ένα χαμόγελο σύμπτωσης, γιατί θυμήθηκε το νεαρό που είχε γνωρίσει το προηγούμενο βράδυ στην παμπ και της είχε εκμυστηρευτεί πως δοκίμαζε ένα καινούργιο σπρέι για υφάσματα στην ομπρέλα κήπου.Την είχε αγοράσει πρόσφατα για να διακοσμήσει τον μικρό του κήπο, που αγαπούσε και καμάρωνε όπως πρασίνιζε ανάμεσα σε τόσες πολλές πολυκατοικίες. Και μάλιστα, δοκιμάζοντας το σπρέι του είχε έρθει στο μυαλό να γράψει μια λέξη που δύσκολα πρόφερε στη ζωή του. Το «Σ’ αγαπώ».

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Γκαρής ο πεισματάρης, ο Γκαράκος πάει σχολείο


 Ο μικρός Γκαράκος είχε πλέον μεγαλώσει αρκετά και είχε γίνει ο καλύτερος φίλος του νεαρού προβάτου. Μαζί περνούσαν ατελείωτες ώρες και η φιλία τους όλο και δυνάμωνε. Το πρωί έβλεπαν τα παιδάκια που πήγαιναν σχολείο με τις τσάντες τους στον ώμο. Τους φαίνονταν παράξενο που κάθε μέρα κουβαλούσαν όλο αυτό το φορτίο. Ο Γκαράκος και ο φίλος του είχαν εντελώς διαφορετική ζωή, αν και μέσα τους τους έτρωγε η περιέργεια τι έκαναν και τι μάθαιναν στο σχολείο τόσες ώρες καθημερινά. Μια μέρα παρατηρούσαν ένα παιδάκι, που με δυσκολία περπατούσε κουτσαίνοντας, να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στα ασθενικά ποδαράκια του και την βαριά τσάντα στον ώμο.
-Πρώτη φορά βλέπω αυτό το παιδάκι πρόβατο, δεν το έχω δει να περνάει ξανά από το δρόμο μας.
-Το πηγαίνει το ταξί από το σπίτι του που είναι μακριά, αλλά μάλλον λόγω της κρίσης δεν υπάρχουν λεφτά για να πληρώνει το σχολείο το ταξί του, είπε το πρόβατο.
-Κρίμα για το παιδάκι, μου κάνει εντύπωση όμως το κουράγιο του και το πείσμα του, δεν το βάζει κάτω.
Και έτσι όπως συμπάσχανε με το μικρό παιδάκι, ο Γκαράκος και το νεαρό πρόβατο το είδαν να σκοντάφτει και να πέφτει μπροστά στα μάτια τους. Η τσάντα του άνοιξε και με μιας ξεχύθηκαν μολύβια, σβήστρες, ξύστρες, μαρκαδόροι, τετράδια, βιβλία, χάρτες.
-Τι παράξενα είναι όλα αυτά που κουβαλάνε, αναρωτήθηκαν και με μια κίνηση πλησίασαν το μικρό παιδί.
Ήταν τόσο πικραμένο που του είχαν χυθεί όλα τα σχολικά του σύνεργα που έβαλε τα κλάματα, κυριολεκτικά στα καλά καθούμενα.
-Τι τυχεροί που είστε! ούτε σχολείο πηγαίνετε, ούτε τσάντες βαριές κουβαλάτε, είπε το παιδάκι.
Ο Γκαράκος έβγαλε ένα χαριτωμένο γκάρισμα. Ο φίλος του έβγαλε και αυτός τον χαρακτηριστικό του «μπε μπε» των προβάτων.
-Πού να ήξερε πως και εμείς ζούμε για να μας αρμέγουν και να μας οδηγούν στον κρεοπώλη κάποια στιγμή στη ζωή μας! αναφώνησε το νεαρό πρόβατο.
Ο Γκαράκος έσκυψε και του πρότεινε την πλάτη του. Το παιδάκι κατάλαβε. Μάζεψε τα σχολικά του σύνεργα γρήγορα, γρήγορα και σηκώθηκε. Ανέβηκε στην πλάτη του Γκαράκου. Την τσάντα ανέλαβε να την κουβαλήσει το πρόβατο στους ώμους του.
-Πάμε φίλε μου, έχουμε αποστολή σήμερα. Θα πάμε το παιδάκι στο σχολείο, μιας που δεν μπορεί να περπατήσει και με την ευκαιρία θα δούμε και το σχολείο από κοντά.
-Είσαι σίγουρος Γκαράκο ότι θα μας αφήσουν να μπούμε στην αυλή;
-Και φυσικά είμαι, μην ξεχνάς είμαι τεταρτοσέγγονο του Μεγάλου Γκαρή και γιος του Γκαρή του πεισματάρη. Όταν πεισμώνουμε εμείς οι γάιδαροι καταφέρνουμε πολλά.
Το παιδάκι γέλασε. Δεν καταλάβαινε τι έλεγε ο γαϊδουράκος και το πρόβατο, αλλά του φαίνονταν τόσο αστείο να τον συνοδεύουν στο σχολείο τα αθώα αυτά ζώα. Και όχι μόνο τον συνόδευαν, αλλά ο γαϊδουράκος όλο γυρνούσε και το κοιτούσε και ήταν και αυτά τα γκαρίσματά του που σαν να ήθελε κάτι να του πει. Πού να το πίστευε πως ο γαϊδουράκος το είχε βάλει σκοπό να τον πάει το προαύλιο του σχολείου του.
Δεν άργησαν να φτάσουν στον προορισμό τους και όλα τα παιδάκια έστρεψαν τα βλέμματά τους πάνω τους. Είχαν μείνει με ανοιχτό το στόμα. Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Ένας μικρός γάιδαρος και ένα νεαρό πρόβατο βρίσκονταν στην αυλή τους και τους κοιτούσαν και αυτά στα μάτια. Ο διευθυντής βγήκε στην αυλή προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβαινε.
-Τι πράματα είναι αυτά Ανδρέα; Γιατί κουβάλησες έναν γάιδαρο και ένα πρόβατο στο σχολείο;
-Ξέρετε κύριε, είπε διστακτικά ο Ανδρέας, ο μικρός γάιδαρος με ανέβασε στην πλάτη του και με έφερε ως εδώ ενώ το πρόβατο κουβάλησε την τσάντα μου.
-Ναι αλλά τα ζώα απαγορεύονται στο σχολείο Ανδρέα.
-Συγνώμη κύριε δε θα ξανασυμβεί, αλλά …
-Κοίταξε παιδί μου πρέπει να εξετάσουμε το θέμα της μεταφοράς σου, λεφτά δεν υπάρχουν για να έρχεσαι στο σχολείο.
-Το γνωρίζω κύριε, αλλά…
Ο Γκαράκος δεν μπορούσε να ακούει άλλα «αλλά» από τον Ανδρέα. Άρχισε να γκαρίζει πεισματάρικα παρασύροντας το πρόβατο σε «μπε μπε». Τα παιδάκια γελάσανε με την ψυχή τους. Ο Διευθυντής κατάλαβε. Θα μπορούσε να τον φέρνει ο μικρός γαϊδαράκος, αρκεί να εξασφάλιζαν ένα μικρό σαμάρι για το παιδί, για να είναι πιο ασφαλής η μεταφορά του. Έτσι και έγινε. Από την άλλη μέρα ένα σαμάρι τοποθετήθηκε στην πλάτη του Γκαράκου και ο Ανδρέας δεν έχασε κανένα μάθημα. Και όχι μόνο, γιατί ο Γκαράκος και το πρόβατο κάθε μέρα είχαν τη δυνατότητα να πηγαίνουν στο σχολείο και να γελάνε με τα παιδάκια στο προαύλιο μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Η μύγα


Ήξερε πως δεν της απέμενε ακόμη πολύ ζωή. Κοιτούσε το ταβάνι και δεν έβλεπε παρά μόνο το κλασικό άσπρο των ταβανιών. Ήθελε να μιλήσει, αλλά δεν είχε πολλές δυνάμεις. Ένιωθε μόνη. Και τότε θυμήθηκε πώς μόνοι γεννιόμαστε και μόνοι μας πεθαίνουμε. Και μετά συλλογίστηκε πως δεν γεννήθηκε μόνη, ήταν η μητέρα της που τη γέννησε και της έδωσε την τελική ώθηση να βγει από την κοιλιά της. Ήταν εκείνη που την κράτησε στην αγκαλιά της να τη ζεστάνει με το κορμί της και την ανάσα της. -Άρα, αναλογίστηκε, δεν γεννήθηκα μόνη. Τότε μάλλον θα πεθάνω μόνη, συνέχισε τον συλλογισμό της.
Θυμήθηκε όλους αυτούς που την κατέκριναν στη ζωή της που δεν έκανε παιδιά. Που της τόνιζαν ότι θα ζει χωρίς νόημα, θα σπαταλάει το χρόνο της σε ανούσιες απασχολήσεις, θα πεθάνει χωρίς κανένας να τη νοιαστεί. Οι επιλογές της ήταν συνειδητές και ώριμες. Δεν την ενδιέφερε καθόλου αν κάθε φορά που έπρεπε να πάρει απόφαση και να επιλέξει θα οδηγούνταν σε έναν δρόμο διαφορετικό. Εξάλλου αυτή ήταν η μαγεία που έζησε. Δεν δέχονταν ανολοκλήρωτο τον εαυτό της επειδή δεν είχε γεννήσει ένα χαριτωμένο μικρό πλασματάκι. Που δεν ένιωσε τη μητρότητα, που δεν μεγάλωσε πλάι σε ένα βρέφος, σε ένα παιδί, σε έναν έφηβο, σε έναν ενήλικα ή και σε έναν μεσήλικα. Είχε όμως γεννήσει τον εαυτό της. Τον ανέθρεψε, τον φρόντισε, τον προστάτεψε, τον ωρίμασε. Ήταν δημιούργημά της. Από τη μητέρα της δεν είχε εισπράξει αυτό που θα περίμενε, έτσι ανέλαβε μόνη της παίζοντας το ρόλο της μάνας και του παιδιού. Απλά ζούσαν και οι δύο στο ίδιο σώμα.
Γύρισε και κοίταξε δίπλα της. Μία μύγα είχε καθήσει στο χέρι της και την ενοχλούσε. Έκανε να τη διώξει, όμως ένιωσε την ανάγκη να την ανεχτεί. Δεν ήξερε γιατί, αλλά την άφησε εκεί και την παρατηρούσε. Η μύγα έβγαλε από το σώμα της μια απροσδιόριστη μάζα. Ήταν τα αυγά της. Αμέσως μετά έφυγε πετώντας μακριά. Την τράβηξε η μυρωδιά σάπιου κρέατος και το ένστικτό της την οδήγησε στην πηγή της οσμής. Τα αυγά παρέμειναν στο χέρι της. Προσπάθησε να το κρατήσει ακίνητο και ζεστό. Προσπάθησε να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά, περιμένοντας να δει αν και πότε θα έβγαιναν από τα αυγά τα μικρά μυγάκια. Δεν είχε δει ποτέ της αυγά μύγας, ούτε ήξερε με ποια μορφή ξεπροβάλλουν τα νεαρά μέσα από αυτά. Το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να παραμένει ζωντανή για να ζεσταίνει τα αυγά. Η μύγα που τα γέννησε επέλεξε το ζεστό της χέρι για να τα βοηθήσει να επωαστούν. Μπορεί να έφυγε αμέσως μετά, αλλά της εμπιστεύτηκε το χέρι της.
Την επομένη τα αυγά είχαν ανοίξει. Τα μάτια της κοιτούσαν το ταβάνι. Τα βλέφαρα δεν κινούνταν, το ίδιο και ο βολβός του ματιού. Το χέρι της ήταν κρύο. Είχε κρατηθεί ζεστό όσο χρειάζονταν. Τα νεαρά μυγάκια συνάντησαν τη μητέρα τους. Το νεκρό πτώμα της γυναίκας την προσέλκυσε. Μιας γυναίκας που έζησε πλήρης μέχρι την τελευταία πνοή της.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

ο μικρός Ζαχαροπλάστης


Φορούσε τον σκούφο του, την άσπρη ρόμπα που είχαν ράψει ειδικά για αυτόν και κάθε μέρα, όταν άλλα παιδάκια πήγαιναν στον παιδικό σταθμό ή έπαιζαν στις αλάνες, αυτός χάνονταν στο εργαστήριο ζαχαροπλαστικής του πατέρα του. Ήταν ευκαιρία για αυτόν να βρίσκεται κοντά στον αγαπημένο πατέρα του, που η δουλειά του τον ανάγκαζε να μένει αρκετές ώρες στο εργαστήριο και να μην έχει χρόνο και κουράγιο να παίξει μαζί του. Ανάμεσα στα σακιά με τα αλεύρια, τη ζάχαρη, τα δοχεία με τα φρουί γλασέ και τη σοκολάτα κουβερτούρα, παρατηρούσε τα πάντα. Ενθουσιάζονταν όταν η κρέμα γάλακτος, από το πολύ χτύπημα με τη ζάχαρη άχνη, γίνονταν κάτασπρη σαντιγί και με κάθε ευκαιρία έβαζε το δαχτυλάκι του να δοκιμάσει τη γλυκιά, γαλακτώδη γεύση της. Χαίρονταν τόσο πολύ που δεν ήθελε να τον φωνάζουν με το όνομά του, το όνομα ενός μυθικού ήρωα που έκανε πολλούς άθλους.
-Με λένε Ζαχαροπλάστη, απαντούσε σε όσους τον ρωτούσαν.
Με το παιδικό μυαλό του, νόμιζε πως το καινούργιο του όνομά προέρχονταν από έναν μυθικό πλάστη, που ήταν από ζάχαρη και με αυτόν γίνονταν τα πιο μαγικά γλυκά. 
Μια μέρα λοιπόν, ο μικρός Ζαχαροπλάστης, με τον ξύλινο πλάστη στο χέρι, αποφάσισε πως ήταν αρκετά μεγάλος και έμπειρος για να κάνει το δικό του γλυκό. Πήρε μπισκοτάκια, τα αράδιασε σε ένα ταψάκι ρηχό, κατά λάθος του έπεσε λίγο γάλα και τα μπισκοτάκια μουλιάσανε ελαφρά και από πάνω άπλωσε, με ιδιαίτερη προσοχή, πραλίνα φουντουκιού. Με το κορνέ διακόσμησε το γλυκό του με σαντιγί και στο τέλος έβαλε ένα μικρό κερασάκι στο κέντρο. Με όλο το θάρρος που είχε, έβαλε το ταψάκι στο ψυγείο βιτρίνα, χωρίς κανείς να αντιληφθεί τις κινήσεις του.
Την επομένη, που ήταν μεγάλη εθνική γιορτή, κόσμος πολύς επισκέφτηκε το ζαχαροπλαστείο μετά την παρέλαση. Παιδιά, γονείς, στρατιωτικοί, όλοι περίμεναν να φάνε το γλυκό τους. Άλλοι παραγγείλανε προφιτερόλ, άλλοι πάστα σοκολατίνα, άλλοι πάστα παπουτσάκι και άλλοι από το γλυκό του μικρού Ζαχαροπλάστη, που δεν ήξεραν πώς να το ονομάσουν. Ο μικρός Ζαχαροπλάστης φορούσε τα καλά του και σερβίριζε τα γλυκά. Κάποια στιγμή τον κάλεσε ένας κύριος με στρατιωτικά ρούχα και παρά το δέος που του προκαλούσαν τα ρούχα του και το πηλίκιό του, ο μικρός Ζαχαροπλάστης του πρότεινε να δοκιμάσει το γλυκό του.
-Φέρε μου λοιπόν μικρούλη το γλυκό σου να το δοκιμάσω. Μόνο να μου βάλεις το κομμάτι με το κερασάκι. Και να ξέρεις, αν θα μου αρέσει θα σου δώσω το πηλίκιό μου να το φορέσεις για λίγο.
Τρέχει λοιπόν όλο χαρά ο μικρούλης, κόβει το κομμάτι με το κερασάκι και σερβίρει το γλυκό στον κύριο. Ο στρατιωτικός, κουρασμένος από την υπερένταση της παρέλασης, απόλαυσε το γλυκό του και δροσίστηκε από το νερό που το συνόδευε. Έβγαλε το πηλίκιό του και το φόρεσε στον μικρό Ζαχαροπλάστη. Ο μικρούλης του έσκασε το πιο πλατύ του χαμόγελο.
Ένα κλικ ακούστηκε ξαφνικά. Ο φωτογράφος της παρέλασης αποθανάτισε το χαμόγελό του. Ο κόσμος μέσα στο ζαχαροπλαστείο τον θαύμασε. Ήταν πολύ χαριτωμένος με το πηλίκιο του και καμάρωνε όλο περηφάνια. Ο πατέρας του τον πήρε αγκαλιά.
-Είσαι ο πιο μεγάλος ζαχαροπλάστης Ζαχαροπλαστένιε μου, το γλυκό σου έγινε σήμερα ανάρπαστο. Ξέρεις πώς θα το ονομάσουμε; πάστα πηλίκιο.
Ο μικρούλης απολάμβανε την αγκαλιά του πατέρα του. Τα ματάκια του ήταν καρφωμένα στο γλυκό του και στα μάτια του πατέρα του. Είχε καταφέρει να κάνει το πιο διάσημο γλυκό στην πόλη αλλά πάνω από όλα είχε καταφέρει να αποσπάσει την πιο ζεστή αγκαλιά του πατέρα του.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Ο Ασημάκης και το μικρό αστεράκι


Τον έλεγαν Ασημάκη γιατί είχε ασημένια όψη ή γιατί έτσι απλά τον βάφτισαν. Κανένας δεν ήξερε την αλήθεια και όλα αυτά γιατί…


Ο Ασημάκης κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί έβγαινε στη βεράντα και απολάμβανε το θέαμα του έναστρου ουρανού. Λάτρευε οτιδήποτε διαστημικό. Μετρούσε τα άστρα, παρατηρούσε τους πλανήτες και άλλες φορές έπιανε τα πινέλα του και ζωγράφιζε το σύμπαν. Μια ζεστή βραδιά του καλοκαιριού ο μικρός Ασημάκης παρατηρούσε τον ουρανό, όταν ξαφνικά είδε κάτι διαφορετικό… 
-Δεν σε έχω παρατηρήσει αστεράκι τόσο καιρό, είσαι καινούργιο αστέρι στο ουράνιο στερέωμα;
-Μόλις δημιουργήθηκα από μπόλικη αστερόσκονη και ασημόσκονη, του απάντησε το αστεράκι.
-Να σου συστηθώ λοιπόν, αφού δεν με γνωρίζεις, με λένε Ασημάκη.
-Ασημάκη; έχεις τόσο παράξενο όνομα, του είπε το αστέρι.
-Η αλήθεια είναι πως ναι είναι ασυνήθιστο. Και εσύ όμως μικρό αστεράκι, είσαι πολύ ασημένιο, έχεις μία ασυνήθιστη, ασημένια λάμψη.
-Τα μεγαλύτερα αστέρια μου έριξαν λίγη παραπάνω ασημόσκονη, για αυτό και γυαλίζω τόσο πολύ.
Ο Ασημάκης γέλασε και το αστεράκι επίσης. Κάποια στιγμή ένας μετεωρίτης πέρασε ξυστά από δίπλα του και το αστεράκι φταρνίστηκε, καθώς του γαργάλισε τη μύτη.
-Αψιού…έκανε και λίγη αστερόσκονη και ασημόσκονη έπεσε πάνω στον Ασημάκη.
-Με σκόνισες του είπε και έκανε να διώξει από πάνω του τη σκόνη. Του άρεσε όμως η λάμψη και με μια δεύτερη σκέψη αποφάσισε να μην ξεσκονιστεί.
-Αψιού… έκανε πάλι το αστεράκι και περισσότερη αστερόσκονη και ασημόσκονη έπεσε πάνω του.
Ωραίο το παιχνίδι με τα φταρνίσματα, σκέφτηκε ο Ασημάκης και επωφελήθηκε για να πάρει λίγο από τη λάμψη του αστεριού.
-Μπορείς να κρατήσεις την ασημόσκονή μου, μπορείς να πάρεις λίγο από τη λάμψη μου. Μόνο που θέλω μία χάρη, δε θέλω να πεις σε κανένα ότι εγώ σου την έδωσα, θέλω να είναι το μυστικό μας.
-Έχεις το λόγο μου, είπε και καμάρωσε με την αστερόσκονη και ασημόσκονή του. Αλλά αλήθεια γιατί δεν θέλεις να το πω σε κανέναν, ούτε στον καλύτερό μου φίλο;
-Είναι ο νόμος του σύμπαντος να κρατάμε τη διαστημική σύσταση για μας, δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά. Εδώ οι νόμοι είναι αυστηροί.
-Όπως νομίζεις αστεράκι, δε θα σε πιέσω, πάντως θα κρατήσω το μυστικό αφού έτσι το ορίζει το σύμπαν. Μόνο που θέλω και εγώ μία χάρη από εσένα.
-Πες μου ότι θέλεις και θα το κάνω.
-Θέλω να γίνουμε φίλοι. Δεν είναι μόνο η ασημόσκονή σου που μου χάρισες, αλλά θέλω να μου μιλάς κάθε βράδυ. Θέλω να μου λες τα νέα του σύμπαντος, των πλανητών, των ήλιων και όλων των κομητών.
-Υπέροχα, είπε το αστεράκι. Θα κατεβαίνω κάθε βράδυ πιο χαμηλά για να με ακούς και να μιλάμε. Εξάλλου και εγώ εδώ πάνω δεν έχω φίλους, όλα τα αστέρια είναι μακριά, εκατομμύρια έτη φωτός και δεν μπορώ να μιλάω μαζί τους.
Ο Ασημάκης και το αστεράκι γέλασαν ξανά. Ήταν πλέον φίλοι. Κάθε βράδυ το αστεράκι σίμωνε πιο κοντά στη γη και ο Ασημάκης έβγαινε στο μπαλκόνι του. Του έλεγε για τις περιπέτειες της ημέρας, ότι είχε συμβεί στο σχολείο, τα παιχνίδια του με τους φίλους του. Το αστεράκι του έλεγε για το σύμπαν, την κίνηση των πλανητών, τις εκρήξεις στον ήλιο, τα περάσματα των κομητών. Και ως ιδιαίτερα ευαίσθητο στα κρυώματα, όλο φταρνίζονταν και ο Ασημάκης λούζονταν από την ασημόσκονη και την αστερόσκονη.
Την ημέρα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ο Ασημάκης απολάμβανε τη λάμψη του. Οι φίλοι του τον ρωτούσαν πώς και γυαλίζει έτσι. Οι δάσκαλοι έμεναν άναυδοι με τις γνώσεις του για το διάστημα. Οι γονείς του απορούσαν με το παιδί τους, αλλά κουβέντα δεν έλεγε σε κανέναν ο Ασημάκης για το τί και πώς. Ήξερε να κρατάει καλά το μυστικό του. Και όποιος τον ρωτούσε από πού απέκτησε αυτή την όμορφη λάμψη αυτός απαντούσε:
-Φταίει το όνομά μου μάλλον…και γελούσε κρυφά κοιτάζοντας τον έναστρο ουρανό με νόημα.

Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Ο χωρισμός


Έδωσαν το τελευταίο φιλί και χώρισαν. Πήρε ο καθένας το δρόμο του. Αυτή πέρασε το δρόμο απέναντι και αυτός προχώρησε στο πεζοδρόμιο. Τα πόδια τους τα αισθάνονταν βαριά. Τα βήματα ήταν αργά, σαν να μην ήθελαν να απομακρυνθούν. Τα βλέμματα ήταν απλανή, σαν να μην ήθελαν να κοιτάζουν. Οι εικόνες περνούσαν από μπροστά τους, αλλά αυτοί δεν έβλεπαν παρά σκηνές από το παρελθόν. Τότε που περπατούσαν μαζί και δεν τους ένοιαζε παρά να νιώσουν ο ένας τον παλμό του άλλου. Τότε που όταν ο ένας σταματούσε, σταματούσε και ο άλλος. Τότε που όταν ο ένας γελούσε, γελούσε και ο άλλος. Προχώρησαν αρκετά. Ήθελαν να σταματήσουν το βηματισμό, αλλά δεν κατάφερναν να επιβληθούν στα πόδια. Ήθελαν να κοιταχτούν ξανά, αλλά δεν τολμούσαν να γυρίσουν τα βλέμματα προς τα πίσω.
Συνέχιζαν να απομακρύνονται. Τώρα ο βηματισμός γίνονταν πιο γρήγορος, πιο έντονος. Σαν να ήθελαν να φύγουν από κάτι που τους κυνηγούσε. Σαν να ήθελαν να αποβάλλουν, με την ταχύτητα του βαδίσματος, κάτι που τους ενοχλούσε. Λαχάνιασαν.
Όταν αντιλήφθηκαν ότι ήταν αρκετά μακριά κοντοστάθηκαν, αλλά δε γύρισαν να κοιτάξουν πίσω. Σκέφτηκαν την αίσθηση της απώλειας που είχε αρχίσει να τους πονάει μέσα τους. Σκέφτηκαν πως θα το άντεχαν όσο και αν τους πονούσε. Κοίταξε ο καθένας αριστερά και δεξιά, όμως δεν υπήρχε κανείς. Έκαναν να πιάσουν ένα χέρι, αλλά το χέρι τους έστεκε μετέωρο στο κενό. Προσπάθησαν να θυμηθούν το άγγιγμα των χεριών τους. Το θυμήθηκαν, αλλά αμέσως έδιωξαν τη θύμηση.
Συνέχισαν να βαδίζουν, τώρα πιο ήρεμα. Αισθάνθηκαν όπως τότε, λίγο πριν γνωριστούν. Ήταν και οι δύο μοναχικές υπάρξεις. Περπατούσαν στο δρόμο, μόνοι, ο καθένας με τις σκέψεις του. Περπατούσαν χωρίς προορισμό. Μέχρι που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους και αντιλήφθηκαν ότι αυτό ήταν ο προορισμός. Από τότε δεν είχε αναπνεύσει ο ένας χωρίς τον άλλο. Τώρα ανέπνεαν μόνοι και ο αέρας τους φαίνονταν ψυχρός, ανοίκειος.
Θα συνέχιζαν να περπατάνε. Ίσως τα βλέμματά τους θα ξανασυναντιόνταν σε κάποιον κύκλο της ζωής. Όπως όταν ένας άνθρωπος βαδίσει, με κλειστά τα μάτια, σε μία αχανή έκταση, θα διαγράψει έναν νοητό κύκλο, αριστερόστροφο αν είναι δεξιόχειρας ή δεξιόστροφο αν είναι αριστερόχειρας. Μόνο που αυτοί περπατούσαν με εμπόδια μπροστά τους, με κτίρια, αυτοκίνητα και περαστικούς, που τους άλλαζαν την πορεία. Εμπόδια που θα μπορούσαν να υπερνικήσουν, αν θα άφηναν τον εαυτό τους να αισθανθεί την απεραντοσύνη της έρημης έκτασης, ώστε να διαγράψουν κύκλους που θα μπορούσαν να βρουν ξανά το εφαπτόμενο σημείο εκκίνησης.

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

ο Γκαρής, ο πεισματάρης ενόψει του Πάσχα


Ο Γκαρής, πατέρας πλέον, απολάμβανε τη χαρά της πατρότητας μαζί με τον μικρό Γκαράκο του. Ο γαϊδαράκος είχε ξεπεταχτεί και περνούσε πολλές ώρες μαζί του. Ήταν μοντέρνα οικογένεια, καθώς η Αγαθή έμενε στο αφεντικό της με τον Γκαράκο και ο Γκαρής στο αφεντικό του. Συναντιόντουσαν στα αγώγια, αλλά και όχι μόνο. Ο Γκαρής ήταν καταφερτζής και έτσι όλο και κάποια δικαιολογία έβρισκε να πει του αφεντικού του, προκειμένου να βρεθεί με την Αγαθή και το παιδί τους.
Σε λίγες μέρες θα έρχονταν το Πάσχα και ο Γκαρής, πάνω που πήγαινε να πει του αφεντικού του μια από τις συνηθισμένες δικαιολογίες απουσίας του, άκουσε κρυφά το αφεντικό του να λέει της αφεντικίνας πως για το Πάσχα θα έσφαζε το αρνί, το παιδί του προβάτου που είχε υπερασπιστεί τον Γκαρή όταν τον είχαν πιάσει τα πεισμώματά του. Ο Γκαρής σοκαρίστηκε όταν άκουσε αυτήν την πληροφορία. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Δεν χρειάζονταν και πολύ σκέψη όμως. Το σίδερο στη βράση κολλάει και έτσι πήρε θάρρος και εμφανίστηκε μπροστά στα δύο αφεντικά του.
-Άκουσα πολύ καλά τι είπατε και έχω μείνει άναυδος. Το αρνί που θέλετε να σφάξετε είναι παιδί του καλύτερού μου φίλου και απορώ με την απόφασή σας.
-Τι λες Γκαρή, από πότε σου πέφτει λόγος στις οικογενειακές μας αποφάσεις; είπε το αφεντικό.
-Από τότε που κατάλαβα πως εμείς τα ζώα έχουμε άποψη και λόγο, απάντησε με στόμφο ο Γκαρής.
Η αφεντικίνα γέλασε.
-Άποψη και λόγο; Τι λέει ο Γκαρής Σήφη;
-Τι να σου πω γυναίκα, ο Γκαρής ξέρεις πολύ καλά πως μοιάζει πολύ τον προπροπάππου του, τον ήρωα Γκαρή και δε λέει να αλλάξει χαρακτήρα, είναι ένας κλασσικός πεισματάρης.
-Η παράδοσή σας ορίζει να φάτε αρνί για το Πάσχα, αλλά είναι ανάγκη να φάτε αυτό το συγκεκριμένο αρνί; Δηλαδή αν ήταν στις παραδόσεις σας να τρώτε γαϊδούρια θα σφάζατε το δικό μου παιδί, τον Γκαράκο;
-Μεγάλο μπελά βρήκαμε Σήφη, κανόνισε να ξεκαθαρίσεις την κατάσταση, είπε η αφεντικίνα και έφυγε νευριασμένη από τον σταύλο.
Απέμειναν ο Γκαρής και ο Σήφης να κοιτιούνται στα μάτια. Ο Σήφης αγαπούσε τον Γκαρή, όπως όλα του τα ζώα και δεν ήθελε να δημιουργήσει πρόβλημα και πίκρες τέτοιες μέρες γιορτινές.
-Γκαρή ίσως έχεις δίκιο, κατάλαβε όμως και τη θέση μου. Η αλήθεια είναι ότι μπορώ να αγοράσω ένα αρνί από τον κρεοπώλη, αλλά και αυτό που θα πάρω ψυχή έχει.
-Το ξέρω Σήφη, αλλά κατάλαβε και εμένα. Με το πρόβατο είμαστε φίλοι χρόνια τώρα και δε θα ήθελα να συμβεί τέτοιο κακό στον σταύλο. Σε παρακαλώ άκουσέ με και πάνε τώρα να αγοράσεις ένα αρνί. Δεν το διαπραγματεύομαι. Θα ξεσηκώσω όλα τα πρόβατα της Κιμώλου.
Ο Σήφης κατέβασε το βλέμμα του. Έγνεψε με το κεφάλι του θετικά και πήγε στον κρεοπώλη. Ο Γκαρής τον ευχαρίστησε με ένα ευγενικό γκάρισμα. Προχώρησε παραπέρα και πήγε στο φίλο του το πρόβατο. Εκείνη την ώρα έπαιζε με το αρνί του. Του μάθαινε πώς να τρώει το γρασίδι χωρίς λαιμαργία και πώς να μηρυκάζει μετά με την ησυχία του. Ήταν τόσο όμορφη η σκηνή που ο Γκαρής συγκινήθηκε. Δεν του είπε τίποτα εκείνη την ώρα. Τον άφησε να χαίρεται τις στιγμές με το παιδί του. Εξάλλου δεν ήθελε να του παινευτεί πως χάρη σε αυτόν σώθηκε το παιδί του.
Πήρε τον κατήφορο και πήγε να βρει τον γαϊδαράκο του. Ο Γκαράκος έπαιζε με τη μητέρα του στο απέναντι χωράφι τρέχοντας από πίσω της. Έβαλε τα δυνατά του ο Γκαρής και τους έφτασε.
-Γκαράκο, έλα να σου γνωρίσω ένα φίλο σου, του είπε. Είναι ο γιος του αγαπημένου μου προβάτου, το Πάσχα θα γλεντήσουμε όλοι μαζί στο σταύλο μου.
Ο Γκαράκος ενθουσιάστηκε με την ιδέα να έχει έναν φίλο και μάλιστα να είναι ο γιος του αγαπημένου φίλου του πατέρα του και τον ακολούθησε. Το αρνί με τον Γκαράκο γνωρίστηκαν και γίνανε κολλητοί φίλοι. Το πρόβατο και ο Γκαρής χαίρονταν τα παιδιά τους και αναπολούσαν τις παλιές καλές στιγμές της φιλίας τους, τότε που το πρόβατο είχε υποστηρίξει τον Γκαρή, όταν τον κατηγορούσαν πως είναι «Γάιδαρος»!

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Ανάσταση στο Σαράγιεβο


Έρχονταν το Πάσχα και τα παιδιά ήταν μαζεμένα όλα μαζί έξω από την εκκλησία. Εκεί κάθε μέρα έπαιζαν, εκεί τους έδιναν το συσσίτιο, εκεί παρηγορούνταν. Οι μπαμπάδες τους έλειπαν στον πόλεμο, οι μανάδες τους προσπαθούσαν να βρουν λίγα ξύλα για τη σόμπα, λίγο αλεύρι για να κάνουν πιτάκια. Τα παιδιά, όταν άκουγαν βομβαρδισμούς, κρύβονταν μέσα στην εκκλησία και κοιτούσαν την εικόνα της Παναγίας με το Θείο Βρέφος. Κάθονταν εκεί από κάτω και προσεύχονταν. Προσεύχονταν για τους πατεράδες τους, για τους φίλους τους, για τα αδέρφια τους. Όταν τελείωναν οι βομβαρδισμοί, έβγαιναν δειλά δειλά και με την καρδούλα τους να προσπαθεί να ξαναβρεί τον κανονικό της χτύπο, πετούσαν ξανά τη φθαρμένη μπάλα για να παίξουν.
Τα χαλάσματα έστεκαν σε όλη την πόλη του Σαράγιεβο από παλαιότερους βομβαρδισμούς, ενώ άλλα καινούργια εμφανίζονταν μετά από τους τελευταίους. Τα παιδιά έπαιρναν κομμάτια σοβάδων και τούβλων και με αυτά τα υλικά έχτιζαν μικρογραφίες σπιτιών. Έπαιζαν με δοκάρια πεσμένα και με κεραμίδια σπασμένα. Τα μάτια τους προσπαθούσαν να δείξουν μια επιπόλαιη χαρά, που γκρεμίζονταν όταν οι σκέψεις τους επανέρχονταν στην πραγματικότητα.
Ήταν Μεγάλη Πέμπτη και η Ανάσταση πλησίαζε. Λαμπάδες δεν θα τους έφερνε κανείς. Πήραν από ένα μικρό κεράκι και έδεσαν στο καθένα ένα άνθος πασχαλιάς, που μόλις είχε ανθίσει στο προαύλιο της εκκλησίας. Τα παιδάκια κρατούσαν τις λαμπάδες τους. Θα τις άναβαν το βράδυ της Ανάστασης, ελπίζοντας στο τέλος του πολέμου.
Ήρθε η Μεγάλη Παρασκευή με τον περιφορά του Επιταφίου. Όλα μαζί στόλιζαν τον Επιτάφιο με άνθη πασχαλιάς, ψέλνοντας και περιμένοντας το βράδυ της Ανάστασης. Μεγάλο Σάββατο βράδυ και η εκκλησία γέμισε με τους πιστούς. Όλοι μέσα τους προσεύχονταν. Μία ήταν η επιθυμία όλων. Το τέλος του πολέμου, το τέλος αυτής της ατελείωτης και αβάσταχτης τραγωδίας. Τα μάτια των παιδιών ήταν όλο αγωνία. Περίμεναν από τους μεγάλους να τους ανακοινώσουν ένα χαρμόσυνο νέο. Περίμεναν από τον Χριστό που θα ανασταίνονταν, να φέρει πίσω τα αγαπημένα τους πρόσωπα.
Ο ιερέας έψαλε το «Χριστός Ανέστη» και το Άγιο Φως φώτισε τον ναό. Τα παιδάκια βγήκαν έξω από την εκκλησία κρατώντας τις λαμπάδες, με τις κρεμασμένες πασχαλιές, που φεγγοβολούσαν στο απόλυτο σκοτάδι της βραδιάς. Κοίταξαν προς τον ουρανό. Τα αντιαεροπορικά πυρά φώτιζαν το απόλυτο σκοτάδι. Τα αεροπλάνα του αντιπάλου ακούγονταν που πλησίαζαν. Ο ήχος γίνονταν απειλητικός.
Τα παιδάκια δεν προλάβαιναν να επιστρέψουν στην εκκλησία. Βρήκαν καταφύγιο σε κάτι χαλάσματα παραπέρα. Όλα μαζί, με τις λαμπάδες αναμμένες και τα μάτια κλειστά προσεύχονταν. Οι δικοί τους ήταν στην εκκλησία. Μία βόμβα έπεσε κοντά, αφήνοντας έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Τα παιδιά τρόμαξαν και έμειναν στη θέση τους παγωμένα. Άλλες πολλές ακούγονταν να πέφτουν πιο μακριά, γκρεμίζοντας αμέτρητα κτίρια. Ο βομβαρδισμός κράτησε αρκετή ώρα, μέχρι που κυριάρχησε η σιγή. Όταν κατάφεραν να νικήσουν τον τρόμο τους, σηκώθηκαν να δουν τι είχε συμβεί. Η εκκλησία είχε βομβαρδιστεί. Μόνο το ιερό έστεκε άθικτο και το άγιο φως, σε ένα κερί, συνέχιζε να δίνει τη λάμψη του. Τίποτα άλλο δεν ήταν όρθιο, ούτε οι άνθρωποι, ούτε οι εικόνες. Τα παιδάκια κοίταξαν για μια ακόμη φορά τον ουρανό. Έστεκαν μόνα τους, με μάτια δακρυσμένα και γεμάτα αγωνία. Περπατούσαν όλα μαζί, ενωμένα, χωρίς να ξέρουν προς τα πού να πάνε, ανάμεσα σε γκρεμισμένα σπίτια, σε κορμιά νεκρά, διαμελισμένα. Ο βομβαρδισμός αυτός ήταν ο τελευταίος και ο πιο καταστρεπτικός. Μετά από λίγες μέρες ο πόλεμος τελείωσε. Η παιδική τους ηλικία είχε χαθεί μια για πάντα.