Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Ο πρόσφυγας βασιλιάς Αμμωνίτης



Αφιερωμένο στους γονείς μου, Μαρία Καλού και Χρήστο Καράντζιο, 
Φυσιογνώστες, συνταξιούχους καθηγητές Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, 
για τη μεγάλη αγάπη τους για τα ορυκτά, τα απολιθώματα και τους αμμωνίτες!





Η Μαρία, ένα κοριτσάκι δέκα χρόνων, είχε μαγευτεί από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, στο οποίο εργαζόταν η μητέρα της, η Νίκα. Όποτε δεν είχε σχολείο, επισκεπτόταν το μουσείο και σεργιάνιζε στους διαδρόμους των αιθουσών. Ήταν το αγαπημένο παιδί του μουσείου. Οι εργαζόμενοι την γνώριζαν και υποκλίνονταν στο πέρασμα της λέγοντας «Καλώς την εκλεκτή του Μουσείου». Παρίστανε την ξεναγό και παρουσίαζε στους επισκέπτες τα εκθέματα, τις πεταλούδες, τα βότανα, τα άγρια ζώα, τα σπάνια ορυκτά. Αγαπημένη της αίθουσα ήταν αυτή των κοχυλιών. Γνώριζε την επιστημονική ονομασία του κάθε εκθέματος, τον τόπο προέλευσης, την περίοδο που συλλέχθηκε. Με τη φαντασία της έπλαθε ιστορίες θαλασσινές και όταν ήταν μόνη, καθόταν σε ένα σκαμνάκι και τις αφηγούταν στα κοχύλια. Κάποιες φορές ένιωθε πως αυτά ανταποκρίνονταν και ανοιγόκλειναν τα κελύφη τους για να την ευχαριστήσουν, όμως αυτό δεν το είχε πει σε κανέναν. Προτιμούσε να το κρατήσει μυστικό. Φοβόταν μην την παρεξηγήσουν ή μην θεωρήσουν πως τα κοχύλια είναι μαγεμένα.

Ένα απόγευμα, μόλις είχε φθάσει στο μουσείο και είχε αφήσει τη σάκα της στην άκρη του διαδρόμου με τα κοχύλια, άκουσε τον διευθυντή να την καλεί.

-Ξέρεις, Μαράκι, τα κοχύλια θα ξαναβρεθούν πλάι στον βασιλιά που χρόνια τώρα αναζητούσαν, της είπε χαμηλόφωνα.

-Βασιλιά! Έχουν τα κοχύλια βασιλιά; αναρωτήθηκε.

-Έχουν, αλλά αυτό θα το μάθεις αν έρθεις αύριο, στην εκδήλωση υποδοχής του απολιθώματος.

Η Μαρία κοίταξε τον διευθυντή.

-Μπορώ να το πω στα κοχύλια; Είμαι σίγουρη πως θα χαρούν αν το μάθουν, είπε η μικρή, αλλά σύντομα μετάνιωσε που έκανε μια τέτοια ερώτηση στον διευθυντή. Δεν έπρεπε με κανέναν τρόπο να καταλάβει την ιδιαίτερη σχέση που είχε με τα κοχύλια.

-Και βέβαια μπορείς να τους το πεις, της απάντησε και χάιδεψε το κεφαλάκι της. Εσείς τα παιδιά έχετε υπερβολική φαντασία! της είπε και την αποχαιρέτησε.

Ανακουφίστηκε που ο διευθυντής δεν έδειξε να καταλαβαίνει. Εξάλλου οι μεγάλοι σπάνια αντιλαμβάνονται την επικοινωνία των παιδιών με πλάσματα της φύσης, πόσο μάλλον με πλάσματα ενός μουσείου. Έτρεξε αμέσως προς τα κοχύλια.

-Το ακούσατε; Έρχεται ο βασιλιάς σας, ο Αμμωνίτης!

Τα κοχύλια ανοιγόκλεισαν αυθόρμητα τα κελύφη. Ένα δάκρυ φάνηκε να κυλά σε κάθε όστρακο. Γενιά με γενιά, εκατό εκατομμύρια χρόνια, είχαν ακούσει για τον βασιλιά Αμμωνίτη, για τον δίκαιο αυτό βασιλιά που η μνήμη του δεν χάθηκε στο πέρασμα τόσων χρόνων και έμεινε χαραγμένη στα όστρακα όλου του κόσμου.

-Θέλεις να σου πούμε την αληθινή ιστορία του βασιλιά Αμμωνίτη; Εσύ είσαι η εκλεκτή μας, εσύ θα μάθεις την αλήθεια για τον βασιλιά μας, της είπαν με μία φωνή.

Κοίταξε δεξιά και αριστερά, να σιγουρευτεί πως ήταν μόνη και έγνεψε καταφατικά. Ένα από τα πολλά κοχύλια, μία πίνα συγκεκριμένα, ξεκίνησε την εξιστόρηση.

-Πριν πολλά, πολλά χρόνια, λένε πως είναι πάνω από εκατό εκατομμύρια χρόνια, στο βυθό μιας ρηχής και ζεστής θάλασσας, ζούσαν πολλά, πάρα πολλά κοχύλια, το καθένα μοναδικής ομορφιάς. Άλλα είχαν χρώμα κάτασπρο, εκθαμβωτικό σαν το φως του ήλιου, άλλα κίτρινο σαν τις ανεμώνες, άλλα είχαν μακρόστενο κέλυφος με ρίγες πολύχρωμες και άλλα σχήμα βεντάλιας με κόκκινες βούλες. Μέσα στα όστρακα ζούσαν τα πιο γλυκά πλάσματα του βυθού, τα μαλάκια, ευαίσθητα και σεμνά.

Μια μέρα όπως έπιναν νερό και ό,τι άλλο φαγώσιμο έπλεε σε αυτό, τους επισκέφτηκε ένας αμμωνίτης. Τον υποδέχτηκαν με χαρά και του έδωσαν την κεντρική θέση στην κοινότητά τους. Εντυπωσιάστηκαν με το πορφυρό χρώμα του οστράκου και τη μεγαλειώδη σπείρα του. Συμπάθησαν τον κάτοικο του εντυπωσιακού αυτού κελύφους, ένα έξυπνο πλασματάκι με μαστίγια, δηλαδή ποδαράκια που το βοηθούσαν να κολυμπάει γρήγορα και να επιτίθεται σε οποιονδήποτε εχθρό.

Ο αμμωνίτης συγκινήθηκε με την κοινότητα των κοχυλιών και τη φιλοξενία που του παρείχαν και για ανταπόδοση, σε κάθε επίθεση ξένου οργανισμού, έδινε μάχες για την προστασία των κοχυλιών. Έτσι, μέρα με τη μέρα έγινε τόσο αγαπητός που δέχθηκε πρόταση να μείνει για πάντα κοντά τους. Ο αμμωνίτης χάρηκε με την τιμή που του έκαναν τα κοχύλια και κάθε μέρα φρόντιζε για την ασφάλεια της κοινότητας, για την ευημερία όλων των κοχυλιών, από το πιο νεαρό έως το γηραιότερο.

Όμως αυτή η ευτυχία δεν έμελλε να κρατήσει για πολύ. Ένας ξαφνικός σεισμός σήκωσε ψηλά το βυθό, η θάλασσα τραβήχτηκε και τα κοχύλια με τον αμμωνίτη βρέθηκαν εκτεθειμένα στον αέρα. Ο αμμωνίτης, χωρίς να το πολυσκεφτεί, ρούφηξε μέσα στην σπείρα του τα μωρά κοχύλια, προσφέροντάς τους νερό για να αναπνεύσουν.Τα μεγαλύτερα κοχύλια ευχαρίστησαν τον αμμωνίτη και αυτός τους αποχαιρέτησε και έφυγε, με τα κοχύλια στην σπείρα του, να βρει φιλόξενη θάλασσα, να αποικήσει νέα μέρη, για δεύτερη φορά πρόσφυγας στη ζωή του. Από τότε, τον ονόμασαν Βασιλιά Αμμωνίτη, γιατί η πράξη του ήταν ηρωική και ιπποτική. Λένε πως όσα κοχύλια κλαίνε όταν θυμούνται τον βασιλιά Αμμωνίτη προέρχονται από εκείνα τα κοχύλια που προστάτεψε ο γενναίος αυτός μαχητής στη σπείρα του.

-Δηλαδή εσείς…ψέλλισε η μικρή.

-Ναι, εμείς προερχόμαστε από εκείνα τα κοχύλια που έσωσε με τη γενναιότητά του ο βασιλιάς Αμμωνίτης και όπως καταλαβαίνεις νιώθουμε ανείπωτη χαρά που θα έρθει δίπλα μας, όπως τότε, πριν εκατό εκατομμύρια χρόνια, που επισκέφθηκε την κοινότητα των κοχυλιών, τους προγόνους μας κι έγινε αγαπητός σε όλους.

Η Μαρία συγκινήθηκε με την ιστορία του βασιλιά Αμμωνίτη. Δάκρυσε και αυτή.

-Αύριο, πρωί πρωί, θα προφασισθώ πως είμαι άρρωστη και θα πω της μαμάς μου πως πρέπει να έρθω στο μουσείο, για να είμαι κοντά της και να με προσέχει. Έτσι θα μπορέσω να είμαι κοντά σας τη στιγμή που θα υποδεχθείτε τον βασιλιά αμμωνίτη.

Τα κοχύλια χάρηκαν. Όμως δεν ήταν και τόσο καλή ιδέα να πει ψέματα. Ήταν προτιμότερο να εξηγούσε στη μητέρα της την μεγάλη επιθυμία που είχε να παρακολουθήσει τον ερχομό του αμμωνίτη. Θα την καταλάβαινε όμως; Και αν αρνιόταν να ικανοποιήσει το θέλω της; Και αν επέμενε πως δεν πρέπει να χάσει τα μαθήματα του σχολείου;

-Πρέπει να πεις την αλήθεια, κι αν σε αγαπάει αληθινά θα συμφωνήσει, να είσαι σίγουρη.

Η Νίκα και η Μαρία επέστρεψαν σπίτι, κουρασμένες από τη δουλειά η μία και τις σχολικές υποχρεώσεις η άλλη. Η μικρή, λίγο πριν πέσει να κοιμηθεί, εξήγησε στη μητέρα της πως θέλει με όλη της την ψυχή να παραβρεθεί στην άφιξη του βασιλιά Αμμωνίτη. Η απάντηση που πήρε ήταν αυτή που περίμενε, η μητέρα της δέχθηκε με προθυμία.

-Πάνω που ήθελα να σου το πω κι εγώ, συνεννοήθηκα με τη δασκάλα σου, θα έρθει όλη η τάξη σου στο μουσείο, είναι μια καλή ευκαιρία να μεταδώσεις τις γνώσεις σου για τα εκθέματα του μουσείου στους συμμαθητές σου, τι λες;

Η Μαρία δεν πίστευε στα αυτιά της. Ενθουσιάστηκε τόσο πολύ που δύσκολα την πήρε ο ύπνος. Σκεφτόταν τον βασιλιά Αμμωνίτη με τη γενναιόδωρη ψυχή του, τα πολύχρωμα κοχύλια του βυθού που λαμπύριζαν με τα παιχνιδίσματα του ήλιου στο νερό, τα κοχύλια του μουσείου, που ήταν απόγονοι των κοχυλιών που περιέσωσε ο θρυλικός βασιλιάς. Προβληματιζόταν αν θα αποκάλυπτε την ιστορία που άκουσε από τα κοχύλια ή αν θα την κρατούσε μυστική από όλους. Φοβόταν μην την κοροϊδέψουν κάποιοι συμμαθητές της ότι έχει παράξενες συνήθειες και συνομιλεί με κοχύλια. Κατέληξε πως δε θα έλεγε σε κανέναν ό,τι είχε ακούσει και πως θα κρατούσε κρυφό το παρελθόν του βασιλιά.

-Ίσως αυτό να ήθελε κι ο ίδιος ο βασιλιάς αν ζούσε, ήταν ταπεινός και σεμνός, δεν του άρεσαν τα μεγαλεία, ήταν απλός και τόσο γενναιόψυχος! σκέφτηκε και έκλεισε τα ματάκια της. Ο ύπνος την πήρε αμέσως και της χάρισε όμορφα όνειρα, γεμάτα θαλασσινές ιστορίες, με κοχύλια και αμμωνίτες!

Όταν ξύπνησε το πρωί έβαλε τα καλά της για την επίσημη εκδήλωση. Ξεκίνησαν με τη μητέρα της για το μουσείο και σε όλη τη διαδρομή του λεωφορείου οργάνωνε στο μυαλό τις γνώσεις που είχε αποκτήσει τόσον καιρό για το μουσείο Φυσικής Ιστορίας, μην παραλείψει να πει σημαντικές πληροφορίες για τα εκθέματα. Αδημονούσε να συναντήσει τον βασιλιά και όταν θα έμενε μόνη με τα κοχύλια της, να ακούσει και από το δικό του στόμα την ιστορία του. Όλα εξελίχθηκαν όπως το είχε προβλέψει, η εκδήλωση υποδοχής του βασιλιά Αμμωνίτη ήταν ξεχωριστή, ο Διευθυντής μίλησε για το είδος των αμμωνιτών που εξαφανίστηκαν πριν εξήντα εκατομμύρια χρόνια γιατί οι θάλασσες έγιναν ψυχρές και αφιλόξενες για το είδος τους, και πως την περίοδο που ζούσαν στη θάλασσα, που ονομάζεται Μεσοζωική περίοδος, ήταν εντυπωσιακοί και πολυάριθμοι. Οι συμμαθητές της ενθουσιάστηκαν από το μουσείο, κυρίως όμως από τα υπέροχα ‘κοχύλια της Μαριώς’, έτσι τα ονόμασαν. Όταν οι πόρτες έκλεισαν και τα φώτα έσβησαν, η Μαρία πλησίασε τον βασιλιά.

-Ποτέ δεν περίμενα πως θα σας συναντούσα κύριε Αμμωνίτη, είστε ένα τόσο όμορφο απολίθωμα, με τόσο γενναία ψυχή!  

-Εκείνη την εποχή μικρή μου, γίνονταν μεγάλες αλλαγές στη μορφολογία της γης. Η γη ταρακουνιόταν συνεχώς από σεισμούς, οι θάλασσες φούσκωναν και ξεφούσκωναν, ο αέρας είχε παράξενη μυρωδιά και τα πλάσματα της φύσης ήταν διαφορετικά, όχι όπως τα εκθέματα που θαύμασα στις αίθουσες.

Η Μαρία γύρισε πίσω της και αναγνώρισε τον Διευθυντή, τον κύριο Χρήστο.

-Και οφείλω να παραδεχτώ μικρή μου, συνέχισε ο κύριος Χρήστος με παραλλαγμένη φωνή, καθώς κάθισε κατάχαμα δίπλα της, πως στη δική σας εποχή τα πλάσματα της φύσης είναι πραγματικά πανέμορφα!

-Πώς το εξηγείτε αυτό κύριε Χρήστο; ρώτησε όλο περιέργεια η Μαρία.

-Για όλα φταίει η εξέλιξη των ειδών. Χρειάστηκαν όλα αυτά τα εκατομμύρια χρόνια να περάσουν για να δημιουργηθούν τόσα πολλά είδη, για να στολιστεί η γη κι η θάλασσα με αυτόν τον πλούτο φυτών και ζώων. Τα απολιθώματα μας θυμίζουν και μας διδάσκουν, μικρή μου, πως η φύση μεταμορφώνεται και γίνεται συνεχώς ολοένα και πιο πολύπλοκη, ολοένα και πιο πλούσια.

Η Μαρία κοίταξε τον αμμωνίτη και ο διευθυντής συνέχισε.

-Πρέπει να γνωρίζεις πως οι αμμωνίτες ζούσαν στις βαθιές και ζεστές θάλασσες. Ο βασιλιάς αμμωνίτης είχε χαθεί από το κοπάδι του και βρέθηκε να κολυμπάει ολομόναχος στη ρηχή θάλασσα των κοχυλιών. Όταν ρούφηξε τα κοχύλια στο εσωτερικό του, κατευθύνθηκε στα ανοιχτά, εκεί όπου θα μπορούσε να επιβιώσει. Εκεί τα απελευθέρωσε από την σπείρα και στάθηκε δίπλα τους, τα μεγάλωσε, τα φρόντιζε σαν αληθινός μπαμπάς τους.

Η μικρή κατάλαβε πως ο διευθυντής γνώριζε την ιστορία των κοχυλιών και του αμμωνίτη.

-Εσύ και εγώ ξέρουμε αυτήν την ιστορία, μας την εκμυστηρεύθηκαν τα κοχύλια γιατί τα αγαπάμε αληθινά, είπε ψιθυριστά ο κύριος Χρήστος.

Η Μαρία χαμογέλασε.

-Και η ιστορία αυτή είναι αληθινή ή μήπως είναι μόνο στη φαντασία μας; αναρωτήθηκε.

Και τότε ο διευθυντής της έκλεισε το μάτι.

-Όπως κι αν έχει, είτε είναι αληθινή είτε φανταστική, ένα είναι το σίγουρο, πως αυτός ο βασιλιάς Αμμωνίτης έζησε πριν περίπου εκατό εκατομμύρια χρόνια και το απολίθωμά του μας θυμίζει πως τα πλάσματα εκείνης της εποχής έκαναν τον δικό τους αγώνα για επιβίωση και ίσως βοήθησαν κι άλλα πλάσματα να επιβιώσουν.

Η Μαρία συμφώνησε, δεν μπορούσαν να γνωρίζουν, όμως δεν είχε τόση σημασία. Η αγάπη της για τα απολιθώματα και την ιστορία της φύσης την είχε συνεπάρει και αυτό θα επέλεγε να σπουδάσει όταν θα μεγάλωνε. Όπως ο διευθυντής, που ήταν γεωλόγος και γνώριζε απ’ έξω κι ανακατωτά όλα τα ορυκτά, αλλά και όλα τα απολιθώματα.

Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

To χιονοτσίχλονο, ένας σκανδιναβός στο Δέλτα Αξιού



Ήταν ένα συννεφιασμένο απόγευμα του Γενάρη όταν το χιονοτσίχλονο ακούμπησε τα λεπτά ποδαράκια του στην όχθη του Αξιού ποταμού. Κουρασμένο και αποκαμωμένο από το μακρύ ταξίδι, σωριάστηκε στο νωπό γρασίδι και κούρνιασε κάτω από ένα χαμηλό αλμυρίκι που τον σκέπασε σαν μια ζεστή κουβερτούλα.

Όταν ξύπνησε την επόμενη μέρα το χιονοτσίχλονο πεινούσε πολύ. Είχε να φάει δύο μέρες τώρα και η κοιλίτσα του ζητούσε σκουληκάκια. Σηκώθηκε, κοίταξε γύρω του και άνοιξε όσο μπορούσε το ράμφος του αφήνοντας να βγει ένα σφύριγμα. Έκανε λίγα πηδηματάκια και έφτασε στην άκρη του ποταμιού. Έσκυψε να πιει νερό και παρ’ ολίγο να πέσει από ένα ξαφνικό ταρακούνημα. Σήκωσε το κεφαλάκι του και είδε έναν αετό που μόλις είχε αρπάξει με τα γαμψά του νύχια ένα μικρό τρωκτικό.

Γύρισε και ήπιε νερό, καταπίνοντας αργά, αργά κάθε του γουλίτσα.

-Δε θα θελα να είχα την τύχη του τρωκτικού, σκέφτηκε και πριν καν προλάβει να κινηθεί άκουσε πέντε αγριόπαπιες που πέταξαν από την απέναντι όχθη ενοχλημένες και εκνευρισμένες. Τις είδε να πετούν αλαφιασμένες και μία να πέφτει στο ποτάμι και να παρασέρνεται από το νερό χωρίς να προσπαθεί ούτε να πετάξει ούτε να κολυμπήσει.

-Πολύ παράξενα μου φαίνονται όλα αυτά, διαφορετικός τούτος ο τόπος που ήρθα, συλλογίστηκε το χιονοτσίχλονο, καθώς ήταν συνηθισμένο σε πιο ήρεμο περιβάλλον. Στη Σκανδιναβία όπου ζούσε ποτέ του ένας αετός δεν πετούσε με τέτοια ορμή, ούτε οι αγριόπαπιες τσιρίζανε και πέφτανε χωρίς να κουνάνε τα φτερά τους. Το χιονοτσίχλονο αποφάσισε να μη γυρίσει στη φωλιά του.

-Ίσως είναι καλύτερα να ψάξω να βρω νόστιμα σκουληκάκια, σκέφτηκε και άρχισε την περιήγησή στο δέλτα του Αξιού ποταμού. Μια πηδούσε στο χορτάρι και μια πετούσε χαμηλά κοιτάζοντας τα φυτά, τους θάμνους και τα δέντρα, τα πουλιά και τα ψάρια. Αψηφούσε το κρύο μιας και ήταν συνηθισμένος στο πολικό κλίμα της Σκανδιναβίας και της Ρωσίας.

Ξάφνου άκουσε έναν παράξενο κρότο και δυνατές κραυγές. Είδε πολλά πουλιά να πετάνε φοβισμένα από δω και από κει. Άκουγε παράξενους θορύβους, βουητά να έρχονται από μακριά και δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν ζώα ή κάτι άλλο που προκαλούσε τόση φασαρία. Μετά από λίγο έφτασε σε μια λιμνούλα.

Εκεί ήταν πραγματικά ήσυχα και γαλήνια, όπως στην πατρίδα του. Το χιονοτσίχλονο στάθηκε και άρχισε να παρατηρεί όλα τα πτηνά. Οι ερωδιοί με τα μακριά λεπτά τους πόδια, περίμεναν υπομονετικά την τροφή τους, οι κύκνοι κολυμπούσαν επιδεικνύοντας την σπάνια ομορφιά τους, ενώ οι πολυάριθμες βαρβάρες τσαλαβουτούσαν φασαριόζικα στα θολά νερά.

Γύρισε πίσω του γιατί αντιλήφθηκε κάτι σαν περπατησιά, σαν κάτι να τον πλησιάζει και είδε έναν άνθρωπο που κρατούσε ένα παράξενο μαύρο αντικείμενο. Έμεινε ακίνητος μη μπορώντας να αντιδράσει. Και τότε άκουσε ένα μικρό κλακ, όπως τα μπαμ που άκουγε μέχρι να φτάσει στη λιμνούλα και του ήρθε ζαλάδα. Το πουλάκι πεσμένο στο χώμα είχε χάσει τις αισθήσεις του.

-Ένα χιονοτσίχλονο, ένα χιονοτσίχλονο, είπε με ενθουσιασμό ο άνθρωπος που τον είχε πλησιάσει. Είναι τόσο όμορφο και τόσο ήρεμο, συνέχισε. Σαν να μην έχει ζήσει ποτέ κοντά σε ανθρώπους, σαν να μην ένιωσε ποτέ απειλή για τη ζωή του.

Ο άνθρωπος το πήρε στη χούφτα του. Το πλησίασε στο αυτί του να ακούσει την αναπνοή του και ψαχούλεψε την καρδούλα του να βρει τους χτύπους της.

-Μάλλον έχασε τις αισθήσεις του, είπε καθησυχασμένος ο άνθρωπος.

Ειδοποίησε το Κέντρο Διαχείρισης του δέλτα Αξιού και σύντομα βρέθηκαν κοντά του οι υπεύθυνοι.

-Κοιτάξτε ένα χιονοτσίχλονο, πιθανόν να ήρθε από την Σκανδιναβία ή τη Ρωσία, σίγουρα πάντως ήρθε από πολύ βόρεια, είναι σπάνιο το είδος αυτό για το δέλτα μας.   

Το χιονοτσίχλονο αισθάνθηκε τη θαλπωρή της χούφτας του πρώτου ανθρώπου που τον εντόπισε και άνοιξε τα ματάκια του. Τον κοίταξε νηφάλια και έβγαλε από μέσα του το χαρακτηριστικό του σφύριγμα.

-Κάποια στιγμή φοβήθηκα όταν σας είδα, νόμιζα πως θα είχα την τύχη της πάπιας που έπεφτε χωρίς να μπορεί να πετάξει ή του τρωκτικού που πιάστηκε στα πόδια του αετού….είπε με το σφύριγμα του.

-Ακούστε πώς σφυρίζει σαν να θέλει κάτι να μας πει, είπε ο ορνιθολόγος που τον κρατούσε στα χέρια του.

Το χιονοτσίχλονο φτερούγισε ελαφρά σαν να ήθελε να δείξει στους ανθρώπους πως ήθελε να τον αφήσουν να φύγει. Όμως όταν κοίταξε τριγύρω του διαπίστωσε πως όλα τα πτηνά του δέλτα βρίσκονταν κοντά του. Τον κοιτούσαν διερευνητικά με πλάγιες ματιές βγάζοντας κραυγές και κρότους με τα ράμφη τους. Δύο ερωδιοί πλησίασαν τον ορνιθολόγο και αυτός έσκυψε και άφησε το μικρό πουλί κοντά τους. Τα λυγερά πτηνά τάισαν από ένα σκουληκάκι το χιονοτσίχλονο.

-Καλώς ήρθες στον τόπο μας φίλε, πρέπει να ήρθες από μακριά γιατί πρώτη φορά βλέπουμε πουλί σαν εσένα, είπε ο άσπρος ερωδιός, ο αργυροτσικνιάς.

-Και πρέπει να πεινάς πολύ, γιατί σε είδαμε που έψαχνες σκουλήκια και στο τέλος λιποθύμησες από την αδυναμία, πρόσθεσε ο γκρίζος ερωδιός, ο σταχτοτσικνιάς.    

-Σας ευχαριστώ, είστε πολύ ευγενικοί! Είπε ο καινούργιος επισκέπτης μασουλώντας τα σκουληκάκια του.

-Πρέπει να σου πούμε κάποια πράγματα για τον υγροβιότοπο αυτόν, ξεκίνησε να μιλάει ένας γηραιός στικταετός. Ο τόπος αυτός είναι μοναδικός γιατί έχει μεγάλη ποικιλία από πτηνά, κάποια μένουμε μόνιμα εδώ από γεννησιμιού μας, τα αποδημητικά πουλιά έρχονται κάθε χειμώνα από μέρη μακρινά. Όμως πρόσεχε γιατί υπάρχουν πολλοί κίνδυνοι.

-Κίνδυνοι; Τι σημαίνει αυτό; ρώτησε όλο απορία το χιονοτσίχλονο.

-Κίνδυνος σημαίνει πως αν δεν προσέχεις μπορεί να πάθεις κάτι κακό, όπως να πέσεις σε μία σωρό από σκουπίδια και να βρωμίσουν τα φτερά σου ή να φας ένα σκουλήκι που μπορεί να είναι δηλητηριασμένο από φάρμακα που ρίχνουν οι άνθρωποι στα χωράφια τους ή το χειρότερο από όλα….

-Να πετάω και κάποια στιγμή να ακούσω ένα μπαμ και να πέσω στο κενό, είπε διστακτικά το χιονοτσίχλονο.

-Ακριβώς αυτό, μαθαίνεις γρήγορα μικρούλη, συμπλήρωσε μια κουκουβάγια.  

Το χιονοτσίχλονο συνέχισε να τους κοιτάζει. Πεινούσε και άλλο και ένιωθε ακόμη κουρασμένος. Τα πτηνά κατάλαβαν την ταλαιπωρία του και σκέφτηκαν πως έπρεπε να του βρουν αμέσως την πιο ασφαλή φωλιά.

-Θα σε φιλοξενήσουμε όσο εσύ το θέλεις, είπε μια βαρβάρα, και βέβαια είσαι ευπρόσδεκτος στην παρέα μας.

-Ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ. Τώρα που σας γνωρίζω καλύτερα διαπιστώνω πως είστε πολύ ευγενικά πλάσματα, πριν λίγο νόμιζα πως είστε εχθροί μεταξύ σας, σας είδα λίγο νευρικούς…

Τα πτηνά κατέβασαν το κεφαλάκι τους για να δείξουν ότι συμφωνούσαν.

-Η ηρεμία υπάρχει μέσα μας, υπάρχει και στους ανθρώπους. Απλά κάποιοι άνθρωποι ταράσσουν τη γαλήνη μας, μας κυνηγούν, μας ενοχλούν…είπε ένας σταχτοτσικνιάς και συνέχισε.

-Ευτυχώς όμως που δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Υπάρχουν και καλοί, όπως αυτοί οι επιστήμονες που μας παρακολουθούν διακριτικά, από μακριά με τις κάμερες και τα κυάλια.

-Και τα παιδάκια που έρχονται με τα σχολεία και αυτά καλοδεχούμενα είναι, να μη τα φοβάσαι, συμπλήρωσε ο ερωδιός που τον τάισε ένα ακόμα σκουληκάκι.

-Και πώς θα ξεχωρίζω τους καλούς από τους κακούς ανθρώπους; Αναρωτήθηκε το χιονοτσίχλονο.

Τα πτηνά γέλασαν.

-Από τα μακρόστενα μαύρα όπλα που κρατούν, φώναξαν τα φλαμίγκος. Κοίτα, αυτά που κρατάνε οι καλοί, οι φωτογραφικές μηχανές και τα κιάλια δηλαδή, είναι σαν κουτάκια μαύρα και μικρά ενώ αυτά που κρατάνε οι κυνηγοί είναι λεπτά και μακριά αλλά καλύτερα να μη δεις ποτέ σου κυνηγό γιατί μπορεί να είναι πολύ αργά! 

-Εσύ κοίτα να προσέχεις και όλα θα πάνε καλά, εμείς είμαστε εδώ για σένα! του είπε καθησυχαστικά μια αγριόπαπια.

Όλα τα πτηνά χτύπησαν τα ράμφη τους ρυθμικά για το καλωσόρισμα. Οι άνθρωποι τα κοίταζαν και με τις φωτογραφικές τους κάμερες αποθανάτιζαν τις ανεπανάληπτες στιγμές.

-Ακούστε ήχους που βγάζουν από τα ράμφη, σαν να συνομιλούν μεταξύ τους, είναι σαν να λένε πως ευτυχώς που υπάρχετε και εσείς που μας προστατεύετε! είπε ο ορνιθολόγος που πρώτος αυτός βρήκε το χιονοτσίχλονο. Τον κοίταξε μία τελευταία φορά και άρχισε να αποχωρεί μαζί με τους υπόλοιπους ορνιθολόγους.





Το χιονοτσίχλονο ένιωσε απέραντη χαρά. Βρισκόταν σε έναν υπέροχο υγροβιότοπο με τα πιο φιλόξενα πτηνά, με ανθρώπους να τον προσέχουν, με μια γλυκιά υγρασία και υπέροχα, νοστιμότατα σκουληκάκια! Θα έμενε εκεί έως ότου περάσει ο χειμώνας και αφού θα δυνάμωνε θα επέστρεφε στους δικούς του, στην πατρίδα του την Σκανδιναβία. Έως τότε θα είχε πολλά να τους διηγηθεί, για τις περιπέτειές του στις λίμνες της Φιλανδίας και τους υγροβιότοπους του βορά. 
 


λίγες πληροφορίες για τον χιονοτσίχλονο από την ιστοσελίδα του φορέα διαχείρισης δέλτα Αξιού www.axiosdelta.gr

Ένα σπάνιο για την Ελλάδα πουλί καταγράφηκε στις αρχές Ιανουαρίου στο Εθνικό Πάρκο Δέλτα Αξιού – Λουδία – Αλιάκμονα από ομάδα ερασιτεχνών ορνιθοπαρατηρητών. Η καταγραφή του χιονοτσίχλονου Plectrophenax nivalis, στο παράκτιο τμήμα Γαλλικού – Αξιού, σήμανε… συναγερμό μεταξύ των ορνιθοπαρατηρητών, πολλοί από τους οποίους κατέφτασαν από άλλα μέρη της Ελλάδας για να δουν και να φωτογραφίσουν το πουλί.

Το πουλί δεν φάνηκε να ενοχλείται από την ανθρώπινη παρουσία, πράγμα που πιθανόν να σημαίνει ότι στις περιοχές όπου ζει δεν έχει «βιώσει» ενοχλήσεις και απειλή από την ανθρώπινη δραστηριότητα. «Είδα το χιονοτσίχλονο και το φωτογράφισα στις 17 Ιανουαρίου στον Αξιό, όπου συνάντησα και άλλους γνωστούς και φίλους να το αναζητούν. Μου έκανε εντύπωση η ηρεμία του πουλιού. Οκτώ άνθρωποι καθόμασταν γύρω και το φωτογραφίζαμε αλλά αυτό μας κοιτούσε και συνέχιζε αμέριμνο το φαγητό του», λέει ο Γιάννης Μαρκιανός.

Το χιονοτσίχλονο είναι είδος που αναπαράγεται κατά μήκος του αρκτικού κύκλου, και συγκεκριμένα στη Σκανδιναβία και η εξάπλωσή του φτάνει ως τη χερσόνησο Καμτσάτκα της βορειοανατολικής Ρωσίας και τα νησιά της θάλασσας του Βερίγγειου. Κατά την διάρκεια του χειμώνα ή σε μετακίνηση μπορούμε να το βρούμε σε τελείως διαφορετικά περιβάλλοντα όπως τώρα, στην περιοχή του Αξιού ή το 2009 σε παράκτιο υγρότοπο της Κω.