Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

ο μικρός Ζαχαροπλάστης


Φορούσε τον σκούφο του, την άσπρη ρόμπα που είχαν ράψει ειδικά για αυτόν και κάθε μέρα, όταν άλλα παιδάκια πήγαιναν στον παιδικό σταθμό ή έπαιζαν στις αλάνες, αυτός χάνονταν στο εργαστήριο ζαχαροπλαστικής του πατέρα του. Ήταν ευκαιρία για αυτόν να βρίσκεται κοντά στον αγαπημένο πατέρα του, που η δουλειά του τον ανάγκαζε να μένει αρκετές ώρες στο εργαστήριο και να μην έχει χρόνο και κουράγιο να παίξει μαζί του. Ανάμεσα στα σακιά με τα αλεύρια, τη ζάχαρη, τα δοχεία με τα φρουί γλασέ και τη σοκολάτα κουβερτούρα, παρατηρούσε τα πάντα. Ενθουσιάζονταν όταν η κρέμα γάλακτος, από το πολύ χτύπημα με τη ζάχαρη άχνη, γίνονταν κάτασπρη σαντιγί και με κάθε ευκαιρία έβαζε το δαχτυλάκι του να δοκιμάσει τη γλυκιά, γαλακτώδη γεύση της. Χαίρονταν τόσο πολύ που δεν ήθελε να τον φωνάζουν με το όνομά του, το όνομα ενός μυθικού ήρωα που έκανε πολλούς άθλους.
-Με λένε Ζαχαροπλάστη, απαντούσε σε όσους τον ρωτούσαν.
Με το παιδικό μυαλό του, νόμιζε πως το καινούργιο του όνομά προέρχονταν από έναν μυθικό πλάστη, που ήταν από ζάχαρη και με αυτόν γίνονταν τα πιο μαγικά γλυκά. 
Μια μέρα λοιπόν, ο μικρός Ζαχαροπλάστης, με τον ξύλινο πλάστη στο χέρι, αποφάσισε πως ήταν αρκετά μεγάλος και έμπειρος για να κάνει το δικό του γλυκό. Πήρε μπισκοτάκια, τα αράδιασε σε ένα ταψάκι ρηχό, κατά λάθος του έπεσε λίγο γάλα και τα μπισκοτάκια μουλιάσανε ελαφρά και από πάνω άπλωσε, με ιδιαίτερη προσοχή, πραλίνα φουντουκιού. Με το κορνέ διακόσμησε το γλυκό του με σαντιγί και στο τέλος έβαλε ένα μικρό κερασάκι στο κέντρο. Με όλο το θάρρος που είχε, έβαλε το ταψάκι στο ψυγείο βιτρίνα, χωρίς κανείς να αντιληφθεί τις κινήσεις του.
Την επομένη, που ήταν μεγάλη εθνική γιορτή, κόσμος πολύς επισκέφτηκε το ζαχαροπλαστείο μετά την παρέλαση. Παιδιά, γονείς, στρατιωτικοί, όλοι περίμεναν να φάνε το γλυκό τους. Άλλοι παραγγείλανε προφιτερόλ, άλλοι πάστα σοκολατίνα, άλλοι πάστα παπουτσάκι και άλλοι από το γλυκό του μικρού Ζαχαροπλάστη, που δεν ήξεραν πώς να το ονομάσουν. Ο μικρός Ζαχαροπλάστης φορούσε τα καλά του και σερβίριζε τα γλυκά. Κάποια στιγμή τον κάλεσε ένας κύριος με στρατιωτικά ρούχα και παρά το δέος που του προκαλούσαν τα ρούχα του και το πηλίκιό του, ο μικρός Ζαχαροπλάστης του πρότεινε να δοκιμάσει το γλυκό του.
-Φέρε μου λοιπόν μικρούλη το γλυκό σου να το δοκιμάσω. Μόνο να μου βάλεις το κομμάτι με το κερασάκι. Και να ξέρεις, αν θα μου αρέσει θα σου δώσω το πηλίκιό μου να το φορέσεις για λίγο.
Τρέχει λοιπόν όλο χαρά ο μικρούλης, κόβει το κομμάτι με το κερασάκι και σερβίρει το γλυκό στον κύριο. Ο στρατιωτικός, κουρασμένος από την υπερένταση της παρέλασης, απόλαυσε το γλυκό του και δροσίστηκε από το νερό που το συνόδευε. Έβγαλε το πηλίκιό του και το φόρεσε στον μικρό Ζαχαροπλάστη. Ο μικρούλης του έσκασε το πιο πλατύ του χαμόγελο.
Ένα κλικ ακούστηκε ξαφνικά. Ο φωτογράφος της παρέλασης αποθανάτισε το χαμόγελό του. Ο κόσμος μέσα στο ζαχαροπλαστείο τον θαύμασε. Ήταν πολύ χαριτωμένος με το πηλίκιο του και καμάρωνε όλο περηφάνια. Ο πατέρας του τον πήρε αγκαλιά.
-Είσαι ο πιο μεγάλος ζαχαροπλάστης Ζαχαροπλαστένιε μου, το γλυκό σου έγινε σήμερα ανάρπαστο. Ξέρεις πώς θα το ονομάσουμε; πάστα πηλίκιο.
Ο μικρούλης απολάμβανε την αγκαλιά του πατέρα του. Τα ματάκια του ήταν καρφωμένα στο γλυκό του και στα μάτια του πατέρα του. Είχε καταφέρει να κάνει το πιο διάσημο γλυκό στην πόλη αλλά πάνω από όλα είχε καταφέρει να αποσπάσει την πιο ζεστή αγκαλιά του πατέρα του.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Ο Ασημάκης και το μικρό αστεράκι


Τον έλεγαν Ασημάκη γιατί είχε ασημένια όψη ή γιατί έτσι απλά τον βάφτισαν. Κανένας δεν ήξερε την αλήθεια και όλα αυτά γιατί…


Ο Ασημάκης κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί έβγαινε στη βεράντα και απολάμβανε το θέαμα του έναστρου ουρανού. Λάτρευε οτιδήποτε διαστημικό. Μετρούσε τα άστρα, παρατηρούσε τους πλανήτες και άλλες φορές έπιανε τα πινέλα του και ζωγράφιζε το σύμπαν. Μια ζεστή βραδιά του καλοκαιριού ο μικρός Ασημάκης παρατηρούσε τον ουρανό, όταν ξαφνικά είδε κάτι διαφορετικό… 
-Δεν σε έχω παρατηρήσει αστεράκι τόσο καιρό, είσαι καινούργιο αστέρι στο ουράνιο στερέωμα;
-Μόλις δημιουργήθηκα από μπόλικη αστερόσκονη και ασημόσκονη, του απάντησε το αστεράκι.
-Να σου συστηθώ λοιπόν, αφού δεν με γνωρίζεις, με λένε Ασημάκη.
-Ασημάκη; έχεις τόσο παράξενο όνομα, του είπε το αστέρι.
-Η αλήθεια είναι πως ναι είναι ασυνήθιστο. Και εσύ όμως μικρό αστεράκι, είσαι πολύ ασημένιο, έχεις μία ασυνήθιστη, ασημένια λάμψη.
-Τα μεγαλύτερα αστέρια μου έριξαν λίγη παραπάνω ασημόσκονη, για αυτό και γυαλίζω τόσο πολύ.
Ο Ασημάκης γέλασε και το αστεράκι επίσης. Κάποια στιγμή ένας μετεωρίτης πέρασε ξυστά από δίπλα του και το αστεράκι φταρνίστηκε, καθώς του γαργάλισε τη μύτη.
-Αψιού…έκανε και λίγη αστερόσκονη και ασημόσκονη έπεσε πάνω στον Ασημάκη.
-Με σκόνισες του είπε και έκανε να διώξει από πάνω του τη σκόνη. Του άρεσε όμως η λάμψη και με μια δεύτερη σκέψη αποφάσισε να μην ξεσκονιστεί.
-Αψιού… έκανε πάλι το αστεράκι και περισσότερη αστερόσκονη και ασημόσκονη έπεσε πάνω του.
Ωραίο το παιχνίδι με τα φταρνίσματα, σκέφτηκε ο Ασημάκης και επωφελήθηκε για να πάρει λίγο από τη λάμψη του αστεριού.
-Μπορείς να κρατήσεις την ασημόσκονή μου, μπορείς να πάρεις λίγο από τη λάμψη μου. Μόνο που θέλω μία χάρη, δε θέλω να πεις σε κανένα ότι εγώ σου την έδωσα, θέλω να είναι το μυστικό μας.
-Έχεις το λόγο μου, είπε και καμάρωσε με την αστερόσκονη και ασημόσκονή του. Αλλά αλήθεια γιατί δεν θέλεις να το πω σε κανέναν, ούτε στον καλύτερό μου φίλο;
-Είναι ο νόμος του σύμπαντος να κρατάμε τη διαστημική σύσταση για μας, δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά. Εδώ οι νόμοι είναι αυστηροί.
-Όπως νομίζεις αστεράκι, δε θα σε πιέσω, πάντως θα κρατήσω το μυστικό αφού έτσι το ορίζει το σύμπαν. Μόνο που θέλω και εγώ μία χάρη από εσένα.
-Πες μου ότι θέλεις και θα το κάνω.
-Θέλω να γίνουμε φίλοι. Δεν είναι μόνο η ασημόσκονή σου που μου χάρισες, αλλά θέλω να μου μιλάς κάθε βράδυ. Θέλω να μου λες τα νέα του σύμπαντος, των πλανητών, των ήλιων και όλων των κομητών.
-Υπέροχα, είπε το αστεράκι. Θα κατεβαίνω κάθε βράδυ πιο χαμηλά για να με ακούς και να μιλάμε. Εξάλλου και εγώ εδώ πάνω δεν έχω φίλους, όλα τα αστέρια είναι μακριά, εκατομμύρια έτη φωτός και δεν μπορώ να μιλάω μαζί τους.
Ο Ασημάκης και το αστεράκι γέλασαν ξανά. Ήταν πλέον φίλοι. Κάθε βράδυ το αστεράκι σίμωνε πιο κοντά στη γη και ο Ασημάκης έβγαινε στο μπαλκόνι του. Του έλεγε για τις περιπέτειες της ημέρας, ότι είχε συμβεί στο σχολείο, τα παιχνίδια του με τους φίλους του. Το αστεράκι του έλεγε για το σύμπαν, την κίνηση των πλανητών, τις εκρήξεις στον ήλιο, τα περάσματα των κομητών. Και ως ιδιαίτερα ευαίσθητο στα κρυώματα, όλο φταρνίζονταν και ο Ασημάκης λούζονταν από την ασημόσκονη και την αστερόσκονη.
Την ημέρα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ο Ασημάκης απολάμβανε τη λάμψη του. Οι φίλοι του τον ρωτούσαν πώς και γυαλίζει έτσι. Οι δάσκαλοι έμεναν άναυδοι με τις γνώσεις του για το διάστημα. Οι γονείς του απορούσαν με το παιδί τους, αλλά κουβέντα δεν έλεγε σε κανέναν ο Ασημάκης για το τί και πώς. Ήξερε να κρατάει καλά το μυστικό του. Και όποιος τον ρωτούσε από πού απέκτησε αυτή την όμορφη λάμψη αυτός απαντούσε:
-Φταίει το όνομά μου μάλλον…και γελούσε κρυφά κοιτάζοντας τον έναστρο ουρανό με νόημα.

Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Ο χωρισμός


Έδωσαν το τελευταίο φιλί και χώρισαν. Πήρε ο καθένας το δρόμο του. Αυτή πέρασε το δρόμο απέναντι και αυτός προχώρησε στο πεζοδρόμιο. Τα πόδια τους τα αισθάνονταν βαριά. Τα βήματα ήταν αργά, σαν να μην ήθελαν να απομακρυνθούν. Τα βλέμματα ήταν απλανή, σαν να μην ήθελαν να κοιτάζουν. Οι εικόνες περνούσαν από μπροστά τους, αλλά αυτοί δεν έβλεπαν παρά σκηνές από το παρελθόν. Τότε που περπατούσαν μαζί και δεν τους ένοιαζε παρά να νιώσουν ο ένας τον παλμό του άλλου. Τότε που όταν ο ένας σταματούσε, σταματούσε και ο άλλος. Τότε που όταν ο ένας γελούσε, γελούσε και ο άλλος. Προχώρησαν αρκετά. Ήθελαν να σταματήσουν το βηματισμό, αλλά δεν κατάφερναν να επιβληθούν στα πόδια. Ήθελαν να κοιταχτούν ξανά, αλλά δεν τολμούσαν να γυρίσουν τα βλέμματα προς τα πίσω.
Συνέχιζαν να απομακρύνονται. Τώρα ο βηματισμός γίνονταν πιο γρήγορος, πιο έντονος. Σαν να ήθελαν να φύγουν από κάτι που τους κυνηγούσε. Σαν να ήθελαν να αποβάλλουν, με την ταχύτητα του βαδίσματος, κάτι που τους ενοχλούσε. Λαχάνιασαν.
Όταν αντιλήφθηκαν ότι ήταν αρκετά μακριά κοντοστάθηκαν, αλλά δε γύρισαν να κοιτάξουν πίσω. Σκέφτηκαν την αίσθηση της απώλειας που είχε αρχίσει να τους πονάει μέσα τους. Σκέφτηκαν πως θα το άντεχαν όσο και αν τους πονούσε. Κοίταξε ο καθένας αριστερά και δεξιά, όμως δεν υπήρχε κανείς. Έκαναν να πιάσουν ένα χέρι, αλλά το χέρι τους έστεκε μετέωρο στο κενό. Προσπάθησαν να θυμηθούν το άγγιγμα των χεριών τους. Το θυμήθηκαν, αλλά αμέσως έδιωξαν τη θύμηση.
Συνέχισαν να βαδίζουν, τώρα πιο ήρεμα. Αισθάνθηκαν όπως τότε, λίγο πριν γνωριστούν. Ήταν και οι δύο μοναχικές υπάρξεις. Περπατούσαν στο δρόμο, μόνοι, ο καθένας με τις σκέψεις του. Περπατούσαν χωρίς προορισμό. Μέχρι που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους και αντιλήφθηκαν ότι αυτό ήταν ο προορισμός. Από τότε δεν είχε αναπνεύσει ο ένας χωρίς τον άλλο. Τώρα ανέπνεαν μόνοι και ο αέρας τους φαίνονταν ψυχρός, ανοίκειος.
Θα συνέχιζαν να περπατάνε. Ίσως τα βλέμματά τους θα ξανασυναντιόνταν σε κάποιον κύκλο της ζωής. Όπως όταν ένας άνθρωπος βαδίσει, με κλειστά τα μάτια, σε μία αχανή έκταση, θα διαγράψει έναν νοητό κύκλο, αριστερόστροφο αν είναι δεξιόχειρας ή δεξιόστροφο αν είναι αριστερόχειρας. Μόνο που αυτοί περπατούσαν με εμπόδια μπροστά τους, με κτίρια, αυτοκίνητα και περαστικούς, που τους άλλαζαν την πορεία. Εμπόδια που θα μπορούσαν να υπερνικήσουν, αν θα άφηναν τον εαυτό τους να αισθανθεί την απεραντοσύνη της έρημης έκτασης, ώστε να διαγράψουν κύκλους που θα μπορούσαν να βρουν ξανά το εφαπτόμενο σημείο εκκίνησης.

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

ο Γκαρής, ο πεισματάρης ενόψει του Πάσχα


Ο Γκαρής, πατέρας πλέον, απολάμβανε τη χαρά της πατρότητας μαζί με τον μικρό Γκαράκο του. Ο γαϊδαράκος είχε ξεπεταχτεί και περνούσε πολλές ώρες μαζί του. Ήταν μοντέρνα οικογένεια, καθώς η Αγαθή έμενε στο αφεντικό της με τον Γκαράκο και ο Γκαρής στο αφεντικό του. Συναντιόντουσαν στα αγώγια, αλλά και όχι μόνο. Ο Γκαρής ήταν καταφερτζής και έτσι όλο και κάποια δικαιολογία έβρισκε να πει του αφεντικού του, προκειμένου να βρεθεί με την Αγαθή και το παιδί τους.
Σε λίγες μέρες θα έρχονταν το Πάσχα και ο Γκαρής, πάνω που πήγαινε να πει του αφεντικού του μια από τις συνηθισμένες δικαιολογίες απουσίας του, άκουσε κρυφά το αφεντικό του να λέει της αφεντικίνας πως για το Πάσχα θα έσφαζε το αρνί, το παιδί του προβάτου που είχε υπερασπιστεί τον Γκαρή όταν τον είχαν πιάσει τα πεισμώματά του. Ο Γκαρής σοκαρίστηκε όταν άκουσε αυτήν την πληροφορία. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Δεν χρειάζονταν και πολύ σκέψη όμως. Το σίδερο στη βράση κολλάει και έτσι πήρε θάρρος και εμφανίστηκε μπροστά στα δύο αφεντικά του.
-Άκουσα πολύ καλά τι είπατε και έχω μείνει άναυδος. Το αρνί που θέλετε να σφάξετε είναι παιδί του καλύτερού μου φίλου και απορώ με την απόφασή σας.
-Τι λες Γκαρή, από πότε σου πέφτει λόγος στις οικογενειακές μας αποφάσεις; είπε το αφεντικό.
-Από τότε που κατάλαβα πως εμείς τα ζώα έχουμε άποψη και λόγο, απάντησε με στόμφο ο Γκαρής.
Η αφεντικίνα γέλασε.
-Άποψη και λόγο; Τι λέει ο Γκαρής Σήφη;
-Τι να σου πω γυναίκα, ο Γκαρής ξέρεις πολύ καλά πως μοιάζει πολύ τον προπροπάππου του, τον ήρωα Γκαρή και δε λέει να αλλάξει χαρακτήρα, είναι ένας κλασσικός πεισματάρης.
-Η παράδοσή σας ορίζει να φάτε αρνί για το Πάσχα, αλλά είναι ανάγκη να φάτε αυτό το συγκεκριμένο αρνί; Δηλαδή αν ήταν στις παραδόσεις σας να τρώτε γαϊδούρια θα σφάζατε το δικό μου παιδί, τον Γκαράκο;
-Μεγάλο μπελά βρήκαμε Σήφη, κανόνισε να ξεκαθαρίσεις την κατάσταση, είπε η αφεντικίνα και έφυγε νευριασμένη από τον σταύλο.
Απέμειναν ο Γκαρής και ο Σήφης να κοιτιούνται στα μάτια. Ο Σήφης αγαπούσε τον Γκαρή, όπως όλα του τα ζώα και δεν ήθελε να δημιουργήσει πρόβλημα και πίκρες τέτοιες μέρες γιορτινές.
-Γκαρή ίσως έχεις δίκιο, κατάλαβε όμως και τη θέση μου. Η αλήθεια είναι ότι μπορώ να αγοράσω ένα αρνί από τον κρεοπώλη, αλλά και αυτό που θα πάρω ψυχή έχει.
-Το ξέρω Σήφη, αλλά κατάλαβε και εμένα. Με το πρόβατο είμαστε φίλοι χρόνια τώρα και δε θα ήθελα να συμβεί τέτοιο κακό στον σταύλο. Σε παρακαλώ άκουσέ με και πάνε τώρα να αγοράσεις ένα αρνί. Δεν το διαπραγματεύομαι. Θα ξεσηκώσω όλα τα πρόβατα της Κιμώλου.
Ο Σήφης κατέβασε το βλέμμα του. Έγνεψε με το κεφάλι του θετικά και πήγε στον κρεοπώλη. Ο Γκαρής τον ευχαρίστησε με ένα ευγενικό γκάρισμα. Προχώρησε παραπέρα και πήγε στο φίλο του το πρόβατο. Εκείνη την ώρα έπαιζε με το αρνί του. Του μάθαινε πώς να τρώει το γρασίδι χωρίς λαιμαργία και πώς να μηρυκάζει μετά με την ησυχία του. Ήταν τόσο όμορφη η σκηνή που ο Γκαρής συγκινήθηκε. Δεν του είπε τίποτα εκείνη την ώρα. Τον άφησε να χαίρεται τις στιγμές με το παιδί του. Εξάλλου δεν ήθελε να του παινευτεί πως χάρη σε αυτόν σώθηκε το παιδί του.
Πήρε τον κατήφορο και πήγε να βρει τον γαϊδαράκο του. Ο Γκαράκος έπαιζε με τη μητέρα του στο απέναντι χωράφι τρέχοντας από πίσω της. Έβαλε τα δυνατά του ο Γκαρής και τους έφτασε.
-Γκαράκο, έλα να σου γνωρίσω ένα φίλο σου, του είπε. Είναι ο γιος του αγαπημένου μου προβάτου, το Πάσχα θα γλεντήσουμε όλοι μαζί στο σταύλο μου.
Ο Γκαράκος ενθουσιάστηκε με την ιδέα να έχει έναν φίλο και μάλιστα να είναι ο γιος του αγαπημένου φίλου του πατέρα του και τον ακολούθησε. Το αρνί με τον Γκαράκο γνωρίστηκαν και γίνανε κολλητοί φίλοι. Το πρόβατο και ο Γκαρής χαίρονταν τα παιδιά τους και αναπολούσαν τις παλιές καλές στιγμές της φιλίας τους, τότε που το πρόβατο είχε υποστηρίξει τον Γκαρή, όταν τον κατηγορούσαν πως είναι «Γάιδαρος»!

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Ανάσταση στο Σαράγιεβο


Έρχονταν το Πάσχα και τα παιδιά ήταν μαζεμένα όλα μαζί έξω από την εκκλησία. Εκεί κάθε μέρα έπαιζαν, εκεί τους έδιναν το συσσίτιο, εκεί παρηγορούνταν. Οι μπαμπάδες τους έλειπαν στον πόλεμο, οι μανάδες τους προσπαθούσαν να βρουν λίγα ξύλα για τη σόμπα, λίγο αλεύρι για να κάνουν πιτάκια. Τα παιδιά, όταν άκουγαν βομβαρδισμούς, κρύβονταν μέσα στην εκκλησία και κοιτούσαν την εικόνα της Παναγίας με το Θείο Βρέφος. Κάθονταν εκεί από κάτω και προσεύχονταν. Προσεύχονταν για τους πατεράδες τους, για τους φίλους τους, για τα αδέρφια τους. Όταν τελείωναν οι βομβαρδισμοί, έβγαιναν δειλά δειλά και με την καρδούλα τους να προσπαθεί να ξαναβρεί τον κανονικό της χτύπο, πετούσαν ξανά τη φθαρμένη μπάλα για να παίξουν.
Τα χαλάσματα έστεκαν σε όλη την πόλη του Σαράγιεβο από παλαιότερους βομβαρδισμούς, ενώ άλλα καινούργια εμφανίζονταν μετά από τους τελευταίους. Τα παιδιά έπαιρναν κομμάτια σοβάδων και τούβλων και με αυτά τα υλικά έχτιζαν μικρογραφίες σπιτιών. Έπαιζαν με δοκάρια πεσμένα και με κεραμίδια σπασμένα. Τα μάτια τους προσπαθούσαν να δείξουν μια επιπόλαιη χαρά, που γκρεμίζονταν όταν οι σκέψεις τους επανέρχονταν στην πραγματικότητα.
Ήταν Μεγάλη Πέμπτη και η Ανάσταση πλησίαζε. Λαμπάδες δεν θα τους έφερνε κανείς. Πήραν από ένα μικρό κεράκι και έδεσαν στο καθένα ένα άνθος πασχαλιάς, που μόλις είχε ανθίσει στο προαύλιο της εκκλησίας. Τα παιδάκια κρατούσαν τις λαμπάδες τους. Θα τις άναβαν το βράδυ της Ανάστασης, ελπίζοντας στο τέλος του πολέμου.
Ήρθε η Μεγάλη Παρασκευή με τον περιφορά του Επιταφίου. Όλα μαζί στόλιζαν τον Επιτάφιο με άνθη πασχαλιάς, ψέλνοντας και περιμένοντας το βράδυ της Ανάστασης. Μεγάλο Σάββατο βράδυ και η εκκλησία γέμισε με τους πιστούς. Όλοι μέσα τους προσεύχονταν. Μία ήταν η επιθυμία όλων. Το τέλος του πολέμου, το τέλος αυτής της ατελείωτης και αβάσταχτης τραγωδίας. Τα μάτια των παιδιών ήταν όλο αγωνία. Περίμεναν από τους μεγάλους να τους ανακοινώσουν ένα χαρμόσυνο νέο. Περίμεναν από τον Χριστό που θα ανασταίνονταν, να φέρει πίσω τα αγαπημένα τους πρόσωπα.
Ο ιερέας έψαλε το «Χριστός Ανέστη» και το Άγιο Φως φώτισε τον ναό. Τα παιδάκια βγήκαν έξω από την εκκλησία κρατώντας τις λαμπάδες, με τις κρεμασμένες πασχαλιές, που φεγγοβολούσαν στο απόλυτο σκοτάδι της βραδιάς. Κοίταξαν προς τον ουρανό. Τα αντιαεροπορικά πυρά φώτιζαν το απόλυτο σκοτάδι. Τα αεροπλάνα του αντιπάλου ακούγονταν που πλησίαζαν. Ο ήχος γίνονταν απειλητικός.
Τα παιδάκια δεν προλάβαιναν να επιστρέψουν στην εκκλησία. Βρήκαν καταφύγιο σε κάτι χαλάσματα παραπέρα. Όλα μαζί, με τις λαμπάδες αναμμένες και τα μάτια κλειστά προσεύχονταν. Οι δικοί τους ήταν στην εκκλησία. Μία βόμβα έπεσε κοντά, αφήνοντας έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Τα παιδιά τρόμαξαν και έμειναν στη θέση τους παγωμένα. Άλλες πολλές ακούγονταν να πέφτουν πιο μακριά, γκρεμίζοντας αμέτρητα κτίρια. Ο βομβαρδισμός κράτησε αρκετή ώρα, μέχρι που κυριάρχησε η σιγή. Όταν κατάφεραν να νικήσουν τον τρόμο τους, σηκώθηκαν να δουν τι είχε συμβεί. Η εκκλησία είχε βομβαρδιστεί. Μόνο το ιερό έστεκε άθικτο και το άγιο φως, σε ένα κερί, συνέχιζε να δίνει τη λάμψη του. Τίποτα άλλο δεν ήταν όρθιο, ούτε οι άνθρωποι, ούτε οι εικόνες. Τα παιδάκια κοίταξαν για μια ακόμη φορά τον ουρανό. Έστεκαν μόνα τους, με μάτια δακρυσμένα και γεμάτα αγωνία. Περπατούσαν όλα μαζί, ενωμένα, χωρίς να ξέρουν προς τα πού να πάνε, ανάμεσα σε γκρεμισμένα σπίτια, σε κορμιά νεκρά, διαμελισμένα. Ο βομβαρδισμός αυτός ήταν ο τελευταίος και ο πιο καταστρεπτικός. Μετά από λίγες μέρες ο πόλεμος τελείωσε. Η παιδική τους ηλικία είχε χαθεί μια για πάντα.  

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Το κερασάκι στην τούρτα


Έκοψε το παντεσπάνι, έβαλε ανάμεσα στα δύο κομμάτια σιρόπι, κρέμα, βύσσινα, πρόσθεσε από πάνω σαντιγή, άσπρη κάτασπρη, τη στόλισε με αμύγδαλα φιλέ και μικρά κερασάκια γύρω γύρω. Στη μέση έβαλε ένα εντυπωσιακό, μεγάλο, κατακόκκινο κεράσι. Έβαλε την τούρτα στο ψυγείο-βιτρίνα. Η τούρτα καμάρωνε όλο περηφάνια. Δίπλα της καμάρωναν οι σοκολατένιες τούρτες αλλά ποσώς την ένοιαζε. Είχε και αυτή το κοινό της και ήξερε πως κάποιος θα την λιγουρεύονταν, έτσι όπως θα την έβλεπε υπέρκομψη στη βιτρίνα. Κρύωνε λιγάκι αλλά σάμπως τι την ένοιαζε. Μπρος τα κάλλη τι είναι το ψύχος. Ο κόσμος περνούσε και την κοιτούσε. Δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο, μια άσπρη κλασσική τούρτα ήταν. Ωστόσο το εντυπωσιακό κεράσι στη μέση της έδινε άλλο ύφος. Πέρασε μια ωραία μέρα μία κυρία, την είδε και τη λαχτάρισε.
-Θα την πάρω για τα γενέθλιά μου, σκέφτηκε και την αγόρασε.
Ο ζαχαροπλάστης την έβαλε στην ειδική συσκευασία για τούρτες και τώρα πλέον πήρε το δρόμο της, με σίγουρο μέλλον στα στομάχια των υποψήφιων δοκιμαστών της.
Η κυρία έβαλε πάλι την τούρτα στο ψυγείο και συνεπώς τα βάσανά της σχετικά με το ψύχος συνεχίστηκαν. Το απόγευμα πάνω που δεν άντεχε άλλο το κρύο, για καλή της τύχη η κυρία την έβγαλε έξω. Τοποθέτησε πάνω της αγνώστου αριθμού κεράκια και την πήγε στο σαλόνι. Μεγάλοι, μικροί θαύμαζαν την τούρτα και ολονών τα βλέμματα έπεφταν στο εντυπωσιακό, μεγάλο, κατακόκκινο κεράσι. Αφού άναψαν και σβήστηκαν τα κεράκια τουλάχιστον δύο φορές, κατά το εθιμοτυπικό να ψέλνουν τα χρόνια πολλά στα ελληνικά και στα αγγλικά, η τούρτα πήρε το δρόμο για την κουζίνα και τον τεμαχισμό της. Τα βλέμματα των προσκαλεσμένων απομακρύνθηκαν από το κεράσι, ωστόσο η σκέψη όλων ήταν να πετύχουν το κομμάτι που θα είχε το συγκεκριμένο κόκκινο, στρογγυλό φρουτάκι. Τα κομμάτια άρχισαν να κόβονται, το ένα μετά το άλλο, έλα όμως που η κυρία εκεί που έκοβε τα κομμάτια, το μαχαίρι σταματούσε οριακά λίγο πριν το κεντρικό κεράσι. Στο τέλος αφού είχαν κοπεί, σερβιριστεί και φαγωθεί όλα τα κομμάτια, η τούρτα, αποδεκατισμένη, έστεκε στην πιατέλα με ένα και μόνο μικρό κομμάτι, προσπαθώντας να ισορροπήσει στο κενό. Το κεράσι έστεκε μόνο και έρημο. Σε κανέναν δεν αντιστοιχούσε τελικά. Όλα τα κομμάτια είχαν φαγωθεί, μόνο αυτό απέμεινε να θυμίζει την αίγλη της κάτασπρης περιστόλιστης τούρτας. Η κυρία έβαλε το κομμάτι στο ψυγείο. Το κεράσι κρύωνε μαζί με το μετέωρο κομμάτι τούρτας. Κάποια στιγμή το ψυγείο άνοιξε. Το κερασάκι μαζί με το κομμάτι κοιμόντουσαν, από την κούραση της προσμονής, του καλού καιρού. Ούτε που το κατάλαβαν σε ποιο στόμα μπήκαν και σε ποιο στομάχι κατέληξαν.
Οι επισκέπτες κάθονταν στο σαλόνι σαχλαμαρίζοντας μεταξύ τους. Κανένας δεν πρόδιδε ότι ήταν ο ένοχος της βρώσης του κερασιού. Ούτε μια κυρία, με φόρεμα άσπρο με κόκκινα μεγάλα πουά, ούτε ο κύριος με την φουσκωμένη κοιλιακή χώρα, που δυσκολεύονταν να μιλήσει γιατί κάτι μασουλούσε συνεχώς, ούτε καν η υπηρέτρια που ξεροστάλιαζε στην άκρη του σαλονιού, γλείφοντας συνεχώς τα χείλη της, καθώς λαχταρούσε και αυτή ένα κομματάκι τούρτας και ας ήταν το τελευταίο. Μόνο η γάτα της κυρίας γλείφονταν, ξαπλωμένη στο μαξιλάρι της, αφήνοντας κόκκινα υπολείμματα τροφής στην άσπρη γούνα της….

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

Κυνηγώντας το χρόνο


Έτρεχε κυνηγώντας το χρόνο. Αυτός έτρεχε προκλητικά γρήγορα και αυτή έτρεχε από πίσω του· εκεί που πήγαινε να τον πιάσει, αυτός όλο επιτάχυνε και της ξέφευγε. Κάποια στιγμή του ζήτησε να σταματήσει. Δεν την άκουσε και συνέχισε να τρέχει. Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά και έτρεχε και αυτή. Του το ζήτησε ξανά. Ο χρόνος σταμάτησε για λίγο. Γύρισε και την κοίταξε. Είχε λαχανιάσει και τον κοιτούσε με μάτια απεγνωσμένα.
-Γιατί θέλεις να σταματήσω; Τη ρώτησε.
-Γιατί θέλω επιτέλους να σου μιλήσω, του απάντησε.
-Να πούμε τι;
-Πολλά.
-Όπως;
-Όπως πως δεν έχει τελειωμό το τρέξιμό σου χρόνε. Όλοι σε κυνηγάνε και εσύ δεν σταματάς ποτέ.
-Και γιατί με κυνηγάνε όλοι;
-Έτσι νομίζουν πως πρέπει να κάνουν.
-Κακώς, κανείς δεν είπε πως πρέπει να με κυνηγούν, εσείς το καθιερώσατε.
-Η αλήθεια είναι πως ναι, έχεις δίκιο εμείς καθιερώσαμε το κυνηγητό. Εσύ δεν μας το επέβαλλες.
-Εγώ δεν επιβάλλω τίποτα, όλα είναι στο μυαλό σας. Τρέχω γιατί έτσι είμαι φτιαγμένος, εσείς όμως δεν είστε φτιαγμένοι για να τρέχετε. Εσείς ζείτε το παρόν σας κυνηγώντας το μέλλον σας και αναπολώντας το παρελθόν σας. Προσπαθείτε να με μετρήσετε με μεθόδους εντελώς ανορθόδοξες, όπως τα ρολόγια. Αυτά σας δημιουργούν άγχος και στη συνέχεια με κατηγορείτε πως εγώ φταίω για όλα, λες και έχω λόγο να σας αγχώνω. Δεν σκεφτήκατε ποτέ πως και για μένα τρέχει ο χρόνος, σας φαίνεται οξύμωρο αυτό; Και όμως συμβαίνει. Και η αλήθεια είναι πως κάποιες φορές αναρωτιέμαι αν πραγματικά είμαι φτιαγμένος και εγώ για να τρέχω ή αν εσείς μου προκαλέσατε αυτή την κατάσταση στο πέρασμα του χρόνου, δηλαδή στο πέρασμά μου. Εσείς γερνάτε και νομίζετε ότι εγώ τρέχω. Και όμως πάω αργά, πάρα πολύ αργά. Αν απολαμβάνατε κάθε δευτερόλεπτο, αφού έτσι αποφασίσατε να με μετράτε, θα σας φαίνονταν η ζωή σας μεγάλη. Αλλά προτιμάτε να σκέφτεστε τις ώρες, τις μέρες, τα χρόνια. Σκεφτείτε το δευτερόλεπτο και τότε θα σας φανεί ο χρόνος πολύς. Βέβαια μπορεί το δευτερόλεπτο να σας φαίνεται λίγο, αλλά στην ουσία είναι πολύ. Σε ένα δευτερόλεπτο μπορείτε να δείτε ένα όνειρο όταν κοιμάστε, να εισπνεύσετε βαθιά, να αναστενάξετε, να χαμογελάσετε ή ακόμα και να κυλήσει ένα δάκρυ, μπορείτε να βγάλετε μια κραυγή χαράς ή λύπης, να κλείσετε πονηρά το μάτι σε κάποιον, να φταρνιστείτε ή και να χασμουρηθείτε. Αν όλα αυτά δεν σας αρκούν και θέλετε δύο ή τρία δευτερόλεπτα, μπορείτε να παρατείνετε αυτό που σας αρέσει να κάνετε.
Η κοπέλα τον κοίταξε άναυδη. Δεν περίμενε ποτέ μια τέτοια προσέγγιση. Συλλογίστηκε τους φίλους της, την οικογένειά της, όλους τους γνωστούς και αγνώστους που μέχρι τώρα έτρεχαν να προλάβουν. Στην ουσία κυνηγούσαν κάτι το αφηρημένο, κάτι το τόσο σχετικό.
-Τώρα μπορώ να φύγω; Ρώτησε ο χρόνος.
Η κοπέλα κόμπιασε. Τα λίγα που της είπε ο χρόνος ήταν αρκετά για να αντιληφθεί πολλά. Είχε περίπου δυόμιση χιλιάδες δευτερόλεπτα μέχρι τα γενέθλιά της. Με διστακτικότητα του απάντησε καταφατικά. Ο χρόνος την κοίταξε με συμπόνια.
-Έλα ας μη χάνουμε το χρόνο μας…είπε ο χρόνος και έσκασε στα γέλια. Έχουμε τόσα πολλά να κάνουμε. Και να σου πω τι προτείνω; Να με κυνηγήσεις έτσι για πλάκα και μετά στρίψε στη γωνία. Όταν όμως θα έχεις στρίψει μη γυρίσεις να με κοιτάξεις. Θα βρεις σίγουρα κάτι καλύτερο να κάνεις.
Η κοπέλα του χαμογέλασε. Κυνήγησε για λίγο το χρόνο και έστριψε στη γωνία. Το τι έκανε μετά είναι δικό της θέμα. Πάντως σίγουρα δεν γύρισε να κοιτάξει το χρόνο….

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Ο καθρέφτης


Έβλεπε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Το βλέμμα της επέστρεφε πίσω κενό. Ένιωθε πως πλησίαζε στο τέλος. Όλες οι προσπάθειες, όλες οι θεραπείες είχαν τελειώσει. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο που θα μπορούσε να κάνει. Οι δυνάμεις της είχαν λιγοστέψει.
Της είχαν μείνει ελάχιστα μαλλιά. Άγγιζε το κρανίο της και ένιωθε το δέρμα γυμνό. Θυμήθηκε τότε που ήταν μικρή και έκανε βουτιές στη θάλασσα. Τα μαλλιά της δεν ακολουθούσαν την κίνησή της, παρά κολυμπούσαν ανέμελα στο νερό. Κοίταξε τα χείλη της. Είχαν μαραζώσει. Θυμήθηκε το πρώτο φιλί που της είχε δώσει, πριν πάρα πολλά χρόνια, ένα αγόρι της ηλικίας της. Ήταν ένα ζεστό, υγρό φιλί. Τότε που τα χείλη της ήταν ροδαλά. Ήταν το πρώτο και το τελευταίο φιλί που δώσανε. Το αγόρι έφυγε την επόμενη μέρα με τους γονείς του για να μείνει σε άλλη πόλη. Δεν τον είδε ποτέ ξανά.
Κοίταξε τα μάτια της. Θυμήθηκε το γιο της που είχε δει μόλις τον γέννησε. Είχε τα μάτια της, το ίδιο σχήμα, το ίδιο χρώμα. Τον κοιτούσε ατελείωτα και χαιρόταν τη μητρότητα. Κοιτούσε το παιδί της και αυτό της ανταπέδιδε το πιο γλυκό βλέμμα. Το βλέμμα του παιδιού που αδημονεί να τραφεί από το στήθος της μαμάς του. Ο γιος της μεγάλωσε και έτυχε η ζωή του να είναι μακριά της.
Κοίταξε τη μύτη της. Θυμήθηκε τότε, που μικρή έτρεχε συνέχεια αίμα όταν κάθονταν με τις ώρες στον ήλιο. Το αίμα κυλούσε, αυτή το κατάπινε και αισθάνονταν τη γεύση του σιδήρου στο στόμα της. Η μητέρα της την καθάριζε και της σήκωνε ψηλά το κεφάλι να σταματήσει η αιμορραγία. Μόνο που όταν μεγάλωσε και σταμάτησε να ματώνει η μύτη, σταμάτησε να αναπνέει και η μητέρα της.
Κοίταξε τα μάγουλά της. Θυμήθηκε τα τσιμπήματα του πατέρα της, όταν ήταν μικρή και τα μάγουλα ξεχείλιζαν. Χαίρονταν με αυτό το παιχνίδι του, μόνο που κάποια στιγμή ο πατέρας της εξαφανίστηκε, χωρίς ποτέ να καταλάβει το γιατί και έπαψαν πια τα μάγουλα να κοκκινίζουν.
Κοίταξε όλο το πρόσωπό της. Τίποτα δεν της θύμιζε τον παλιό της εαυτό. Έναν εαυτό που αγάπησε και τον αγάπησαν. Μόνο που όσους αγάπησε δεν ήταν τώρα κοντά της. Ήταν μόνο ο εαυτός της στο είδωλο του καθρέφτη. Τον αγαπούσε ακόμη, αλλά υπέφερε και δεν του επέτρεπε άλλο πόνο. Γύρισε και δεν κοίταξε ποτέ ξανά στον καθρέφτη. Θα περίμενε το τέλος, όποτε και αν έρχονταν, όπως και αν ήταν. Ούτως ή άλλως δε θα αργούσε και πολύ….

Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

τα φλιτζάνια του καφέ


Είχαν ακούσει τόσα κουτσομπολιά που δεν άντεχαν άλλο. Οι δυο τους είχαν περάσει άπειρες ώρες να ακούνε για τον έναν και τον άλλο, για τις πλεκτάνες και τις απιστίες, χαρακτηρισμούς άσχημους και μαλαγανιές. Δεν πήγαινε άλλο. Είχαν ζητήσει από το αφεντικό της καφετερίας να τους αλλάξει τραπέζι πολλές φορές, αλλά πώς τύχαινε να πέφτουν στις πιο κουτσομπόλες πελάτισσες κάθε φορά….
Η πιο κουτσομπόλα όμως από όλες ήταν μία κυρία, αρκετά ηλικιωμένη, χήρα, ευμεγέθης και υπερμεγέθης, η οποία διέθετε γλώσσα υπερκινητική και διόλου ευγενική. Η καθιερωμένη επίσκεψη στην καφετερία γίνονταν κάθε πρωί κατά τις έντεκα, όταν είχε τελειώσει την προετοιμασία του καθημερινού φαγητού. Μαγείρευε κάθε μέρα, ανοίγοντας προκλητικά το παράθυρο της κουζίνας για να μυρίσει όλη η γειτονιά το μοσχοτσιγαριστό κρεμμύδι και να σκάσουν οι τεμπέλες που ζέσταιναν το φαγητό της προηγουμένης. Παράλληλα, τα μπικουτί στο μαλλί της φρόντιζαν για τον όγκο της κόμης της κυρίας και η μπουγάδα λικνίζονταν, απλωμένη στο μπαλκόνι από τα χαράματα, αναδεικνύοντας το άρωμα του πιο δυσεύρετου μαλακτικού.
Κάθονταν λοιπόν η κυρία σε συγκεκριμένο τραπέζι, δίπλα στην τζαμαρία, για να μην περνάει τίποτα απαρατήρητο, με διαφορετική κάθε φορά φίλη απέναντί της. Οι εναλλαγές της συντροφιάς ήταν εσκεμμένες και συντονισμένες έτσι ώστε κάθε μέρα η κάθε μία και στο τέλος όλες μαζί, να μάθαιναν τα νέα της πόλης. Στην αρχή άφηνε τη φίλη της να πει δύο λόγια και μετά την έκοβε απότομα, αρχίζοντας το αράδιασμα των κοινωνικών σχολίων. Η φίλη μπορεί να ενοχλούνταν αρχικά, αλλά σύντομα μετατρέπονταν στον καλύτερο ακροατή, καθώς τα νέα ήταν συνήθως πικάντικα και άκρως ενδιαφέροντα.
Εκείνη την ημέρα η κουτσομπόλα είχε πολλά να πει και η φίλη της το μόνο που διέθετε ήταν δύο γιγάντια αυτιά και δύο γουρλωμένα μάτια. Και τι δεν της είπε. Πως μία ευκατάστατη και σοβαρή κυρία, δεν ξέρει την ακριβή της ταυτότητα, βρήκε τον σύζυγό της με τον εραστή του στην κρεβατοκάμαρα, πως έφυγε από το σπίτι βροντώντας την πόρτα, πως βρήκε και αυτή σύντομα έναν κούκλο εραστή, ο οποίος κάποια στιγμή της αποκάλυψε πως τον άντρα της τον ήξερε από τα μέσα και από τα έξω…και άλλα πολλά μα πάρα πολλά…Η φίλη της κουτσομπόλας έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Δεν περίμενε ποτέ να αποκαλυφθούν τα μυστικά της παρά έξω και δεν μπορούσε να καταλάβει από πού διέρρευσαν. Άκουγε και έκανε πως της φαίνονταν όλα τόσο παράξενα και όλο «πο πο πο» έλεγε για να μην προδοθεί.
Τα φλιτζάνια δεν άντεξαν άλλο. Τόσην ώρα άκουγαν τα σαχλά κουτσομπολιά και αντιλαμβάνονταν τη δύσκολη θέση της άλλης να ακούει τα προσωπικά της, από το στόμα της πιο επικίνδυνης και αδιάκριτης κουτσομπόλας που έχει ποτέ υπάρξει. Ήθελαν να σταματήσουν τη γλώσσα της, η οποία όπως κινούνταν πάνω κάτω προκαλούσε το πιο ζαλιστικό θέαμα. Ιδίως το φλιτζάνι που προορίζονταν για το στόμα της ήθελε να ξεσπάσει, δηλαδή να σπάσει. Όπως το σήκωσε η κουτσομπόλα για να πιει μία ακόμη γουλιά και να βρέξει το στόμα της, αυτό βρήκε την ευκαιρία και έσπασε πιτσιλώντας τον καφέ στα ρούχα της. Έμεινε άναυδη στην αρχή και δεν καταλάβαινε τι λάθος κίνηση έκανε και έσπασε το φλιτζάνι. Έσπασε και το άλλο αμέσως μετά, μόνο που το έκανε διακριτικά για να μη λερώσει τα ρούχα της παθούσας γυναίκας.
Εκνευρισμένη φανερά η κουτσομπόλα την κατηγόρησε ότι αυτή έφταιγε, γιατί δεν την άφηνε να μιλήσει και με τα «πο πο πο» της την μάτιαξε και ιδού τα αποτελέσματα. Έφυγε χωρίς καν να τη χαιρετήσει και πήγε στο σπίτι της από κρυφά στενάκια, για να μην τη δει ο κόσμος και την κουτσομπολέψει. Από τότε δεν ξαναπήγε στη συγκεκριμένη καφετερία. Πήγαινε μόνο σε σπίτια. Εκεί τουλάχιστον θα μπορούσε να μιλάει και άμα συνέβαινε κανένα ατύχημα θα δανείζονταν κάποιο ρούχο για να αλλάξει.  Όσο για τη φίλη της έφυγε και αυτή με κατεβασμένο κεφάλι, απογοητευμένη από τη ζωή της, αλλά τουλάχιστον εφησυχασμένη ότι δεν αποκαλύφθηκε η ταυτότητά της από την δόλια κουτσομπόλα.
Τα δε φλιτζάνια συγκολλήθηκαν και έμειναν έκτοτε στο ράφι. -Καλύτερα στο ράφι, σκέφτηκαν, με λίγη σκόνη στην επιφάνειά μας, παρά να μπαίνουμε στο στόμα της κάθε κουτσομπόλας….