Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Η ανθισμένη μανόλια



     

Αγαπητή μου Καμέ…

Έχω τόσα χρόνια να σου γράψω. Δεν είναι ότι δεν σε σκεφτόμουν. Δίσταζα να σου εξηγήσω το λόγο για τον οποίο δεν έδωσα σημεία ζωής. Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια από τότε που έφυγα, συνέβησαν στη ζωή μου τόσα πολλά, που το θεωρώ κουραστικό να σου τα αναφέρω όλα. Ο Άντριου τελικά αποδείχθηκε ένας συνηθισμένος σύζυγος όπως όλοι. Πιστός στα συζυγικά του καθήκοντα καθώς και στις εξωσυζυγικές του απιστίες. Κάναμε τρία παιδιά, όλα αγόρια. Εγώ ήθελα ένα κορίτσι. Τα παιδιά μεγάλωσαν και έφυγαν στον εμφύλιο. Δεν ξέρω αν ζουν ή αν πέθαναν σε κάποια μάχη. Η καρδιά μου έχει παγώσει με την προσμονή να μάθω κάποιο νέο τους. Ζω στο σπίτι μόνη, καθώς ο Άντριου ταξιδεύει συχνά, για το εμπόριο λέει, αλλά ούτε που με ενδιαφέρει. Δεν έχω πλέον υπηρέτρια όπως τον παλιό καιρό. Έχω συνηθίσει να τα κάνω όλα μόνη μου, ακόμα και να περιποιούμαι τον κήπο και τα λαχανικά.
Καμέ, δεν ξέρω πώς έζησες όλα αυτά τα χρόνια. Πόσους εξευτελισμούς συνέχισες να υπομένεις. Τότε το ξέραμε όλοι, αλλά κανένας δε μιλούσε. Θεωρούσαμε δεδομένο ότι οι μαύροι θα πρέπει να υποφέρουν γιατί ήταν σκλάβοι. Δεν σου έδειξα ποτέ συμπόνια, δεν σου έδωσα ποτέ ένα τρυφερό φιλί, μια ζεστή αγκαλιά. Εσύ με φρόντιζες, υπέμενες τις ιδιοτροπίες μιας κακομαθημένης κοπέλας, μου χαμογελούσες, προσπαθούσες να μου δείξεις το νόημα της ζωής, τα μυστικά και τις παγίδες της. Εγώ όμως ήμουν αλαζόνα. Παρασυρόμενη από την ανατροφή των γονιών μου, περιφρονούσα τη ζωή των άλλων και θεωρούσα δεδομένη τη δική μου ευτυχία.
Ο ναρκισσισμός μου, τότε στην ετοιμασία μου για τον γάμο, ήταν άνευ προηγουμένου. Είχες τολμήσει να βάλεις το πέπλο στα μαύρα σου σγουρά μαλλιά και να θαυμάσεις τον εαυτό σου, με τα κατάμαυρα μάτια σου, στον καθρέφτη με την ανθισμένη μανόλια να καθρεφτίζεται και αυτή μαζί σου. Σου άρπαξα το πέπλο με τέτοιο μίσος, σαν να μην είχες δικαίωμα να καθρεφτίζεσαι, σαν να μην είχες δικαίωμα να ζεις σαν γυναίκα. Είχες δικαίωμα μόνο να σιωπάς, όταν παραβιάζονταν η γυναικεία φύση σου από τον πατέρα μου. Όλοι το γνωρίζαμε και όμως κανένας δε μιλούσε. Ούτε εγώ, γιατί νόμιζα ότι έτσι είχαν τα πράγματα με τους δούλους και τα αφεντικά. Και όμως εσύ ήσουν πάντα κοντά μου και ας ήξερες ότι γνώριζα που σε ατίμαζε και σε ταπείνωνε στα μάτια όλων. Είχες το θάρρος και μας κοιτούσες όλους κατάματα. Κάρφωνες το βλέμμα σου πάνω μου και εγώ το απομάκρυνα, λες και άμα σε κοιτούσα κατάματα θα μου μετέφερες το χρώμα των ματιών σου πάνω στα δικά μου τα γαλάζια. Λες και θα μου μετέδιδες την αμαρτία που κουβαλούσες από τον πατέρα μου.
Ποτέ δεν άφησες τον εαυτό σου να δείξει το παραμικρό από αυτό που μόνο εσύ ήξερες πόσο σε πλήγωνε. Και εγώ συνέχιζα να σε περιφρονώ. Ούτε καν την τελευταία στιγμή, που θα μπορούσα να ζητήσω να σε πάρω μαζί μου ως υπηρέτριά μου, δεν το έκανα. Σαν να ήθελα να υποφέρεις στο πατρικό μου, να παραβιάζεσαι από τον πατέρα μου και τους αδελφούς μου μετέπειτα. Το ξέρω ότι σου είναι δύσκολο να με συγχωρήσεις. Όμως μου ήταν αδύνατο τότε να σε βοηθήσω και να σε σώσω. Αδύνατο όχι γιατί δεν μπορούσα, αλλά γιατί δεν το ήθελα, υποθαλπτόμενη από ένα παράδοξο ασυνείδητο ή υποσυνείδητο. Έτσι και εσύ τώρα, ίσως θα παρασύρεσαι από το μίσος αιώνων της φυλής σου προς εμάς. Ίσως και να διεκδικήσεις την ελευθερία σου, αυτήν που στερήθηκες εσύ και οι πρόγονοί σου από το θράσσος των λευκών. Έτσι γίνεται πάντα. Ο άνθρωπος αφήνεται να επιβάλλεται από τα πρέπει και τους κανονισμούς. Δεν απελευθερώνει την καρδιά του. Δε σκέφτεται λογικά και δεν αποδεσμεύει το μυαλό του από κατεστημένες καταστάσεις. Εσύ βέβαια είσαι διαφορετική, γιατί είσαι αληθινός άνθρωπος.Θα διεκδικήσεις τα δικαιώματά σου, θα διεκδικήσεις τη ζωή σου.
Αλήθεια, η μανόλια στον κήπο υπάρχει ακόμα; Είχες βάλει, εκείνη την ημέρα του γάμου, ένα κλαδί στο βάζο, με το υπέροχο άσπρο-ροζ άνθος, για να μου δείξεις πόσο εφήμερη είναι η ομορφιά. Και εγώ θαύμασα μόνο την ομορφιά του, παραβλέποντας το πόσο εφήμερη είναι. Η ηλικία μου και η ανωριμότητά μου δεν μου επέτρεπαν να κάνω βαθύτερες σκέψεις. Καθρεφτιζόμουν, ντυμένη νύφη και έβλεπα το είδωλό μου, με την ανθισμένη μανόλια να καθρεφτίζεται και αυτή μαζί μου. Θαύμαζα την ομορφιά μου, με φόντο τη μανόλια. Μια μέρα υπήρξα νύφη, όπως και μια φορά είχε ανθήσει εκείνο το χρόνο. Ήμασταν και οι δύο όμορφες μόνο για μία μέρα. Ήσουν και εσύ όμορφη, αλλά η μαύρη ομορφιά ήταν παράνομη και χυδαία για μας τους λευκούς. Η μανόλια βέβαια συνέχισε να ανθίζει και τα επόμενα χρόνια και να είναι έστω και μια φορά το χρόνο όμορφη. Εγώ δεν έγινα ποτέ ξανά. Ήταν η μία και μοναδική φορά. Την επομένη που έφευγα μου έδειξες με το βλέμμα σου τη μανόλια. Εγώ την κοίταξα περιφρονητικά, όπως κοίταξα και εσένα. Η μανόλια έστεκε με μισομαραμένα άνθη. Το ίδιο έστεκες και εσύ, μισομαραμένη από την ταλαιπωρία της ζωής σου, αλλά με την εσωτερική σου ομορφιά να ξεχειλίζει. Εγώ όμως αγνοούσα ότι έτσι θα έστεκα και εγώ σύντομα. Από τότε παραμένω μία μαραμένη μανόλια, ευτυχώς χωρίς θεατές να με περιφρονούν….

Με αγάπη από την καρδιά μου
Έμιλυ