Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Το φεγγαρένιο αερόστατο



Η Φεγγαρένια ήταν ένα μικρό κοριτσάκι με μακριά κιτρινοπορτοκαλί μαλλιά και πρόσωπο μακρουλό, σαν το μισοφέγγαρο. Ο μπαμπάς της ήταν αστρονόμος, δηλαδή μελετούσε τα άστρα, τους πλανήτες και κυρίως το φεγγάρι. Η μαμά της ήταν ποιήτρια, έγραφε για τον ουρανό, τα άστρα και κυρίως για το ολόγιομο φεγγάρι. Η Φεγγαρένια κάθε βράδυ, με τη γάτα της τη Ρένια αγκαλιά, ξάπλωναν στο κρεβάτι και από το φεγγίτη του δωματίου της χάζευαν τον στολισμένο με αστέρια νυχτερινό ουρανό. Έκλειναν τα μάτια και ονειρεύονταν μαζί ταξίδια στο φεγγάρι, μέχρι να τις πιάσει ο ύπνος…..

-Σήκω, σήκω Ρένια…φεύγουμε για το φεγγάρι. Φούσκωσα το αερόστατο…
-Νιάου….έκανε η γάτα νωχελικά.
-Σήκω σου λέω και άσε τα νιαουρίσματα…σου ετοίμασα και το καλάθι σου, έβαλα την αγαπημένη σου κουβέρτα μην κρυώσεις…έλα φεύγουμε…
-Νιάου…νιάου….ξανάκανε η γάτα, τεντώνοντας τα μπρος και τα πίσω πόδια, με μία αργή και νιαζιάρικη κίνηση.
Κατέβηκαν στην αυλή και με ένα σάλτο πήδηξαν μέσα στο αερόστατο. Η Ρένια κούρνιασε στο καλάθι της, με την αγαπημένη της κουβέρτα. Η Φεγγαρένια άρχισε να πετάει τα βαρίδια για να πάρει το αερόστατο ύψος…και όσο ελευθέρωνε ένα ένα τα βαρίδια, τόσο το αερόστατο πετούσε πιο ψηλά….
-Ρένια βλέπεις το σπίτι μας; όλο και μικραίνει.... γεια σου μαμά και μπαμπά… μέχρι να ξημερώσει θα γυρίσω …μην ανησυχείτε, πάω μέχρι το φεγγάρι και θα γυρίσω….
-Νίαου…Νιάου…χαιρέτησε και η Ρένια με τη σειρά της, τεντώνοντας το σώμα της, για να μπορεί να βλέπει από το καλάθι.
Το αερόστατο πετούσε τώρα ψηλά στον ουρανό. Το κοριτσάκι και η γάτα κοιτούσαν από ψηλά την πόλη που αφήνανε, τα λιγοστά φωτάκια των σπιτιών που τρεμόπαιζαν στο σκοτάδι, το φάρο στο λιμάνι που αναβόσβηνε το κόκκινο φωτάκι του. Κοιτούσαν και ξανακοιτούσαν και δεν χόρταιναν το πρωτόγνωρο ταξίδι τους. Τα κεφαλάκια τους ξεπρόβαλλαν έτσι όπως τεντώνονταν και πατούσαν στις μύτες των ποδιών τους. Το φεγγάρι από ψηλά, φώτιζε το αερόστατό τους και όσο το πλησιάζανε τόσο τα χρώματα του μπαλονιού του διακρίνονταν καλύτερα. Κάποια στιγμή, το αερόστατο πέταξε τόσο ψηλά που η Φεγγαρένια και η Ρένια έβλεπαν ολόκληρη τη γη.
-Τι όμορφη που είναι….αναφώνησε η Φεγγαρένια. Είναι τόσο διαφορετική από ψηλά....και να σκεφτείς Ρένια πως το σπίτι μας είναι κάπου εκεί…..
-Νιάου, νιάου, συμφώνησε και η Ρένια κοιτάζοντας και αυτή με τα σκιστά, γκριζοπράσινα μάτια της τη γη.
-Κοίτα Ρένια, πλησιάζουμε στο φεγγάρι…Κοίτα πόσο διαφορετικό είναι! Τί υπέροχο χρώμα που έχει!
-Νιάου, νιάου….αναφώνησε η γάτα, γουρλώνοντας τα σκιστά της μάτια.
Το αερόστατο πετούσε όλο και πιο ψηλά, ολοένα πιο μακριά από τη γη και πιο κοντά στο φεγγάρι. Η Φεγγαρένια και η Ρένια θαύμαζαν τη γη από τη μία και το φεγγάρι από την άλλη, μέχρι που….
-Ρένια, Ρένια…σαν να ξεφουσκώνει το μπαλόνι του αερόστατου…
-Νιάου, Νιάου…έκανε η Ρένια με ένα φοβισμένο νιαούρισμα….
-Το αερόστατο δεν έχει άλλον αέρα…θα χαθούμε στο απέραντο σύμπαν...
Το αερόστατο ξεφούσκωνε, ξεφούσκωνε .....όμως ξαφνικά....αισθάνθηκαν ένα δυνατό τρανταγμα...για μια στιγμή τρόμαξαν και αγκαλιάστηκαν σφιχτά...η ανάσα τους είχε σταματήσει....Η Φεγγαρένια σήκωσε το κεφαλάκι της ψηλά.  Και τί να δει;.....το αερόστατο όπως πλησίασε στο φεγγάρι το παρέσυρε μέσα στα πανιά του…. Το φεγγάρι, σαν μια μπάλα λαμπερή, είχε μπει μέσα στα σχεδόν ξεφούσκωτα πανιά του αερόστατου και το οδηγούσε στο ταξίδι του γύρω από τη γη.
-Κοίτα, κοίτα Ρένια, δεν είναι πανέμορφο το φεγγάρι από κοντά; Το έχουμε πάρει μαζί μας, ταξιδεύουμε μαζί του, ίσως το κατεβάσουμε στη γη, θα τρελαθούν από τη χαρά τους ο μπαμπάς και η μαμά μου, οι φίλοι μου….
-Νιάου, νιάου, έκανε η Ρένια σαν να συμφωνούσε. Ήθελε και αυτή να δουν το φεγγάρι οι γάτοι φίλοι της.
Χάζευε και αυτή το αερόστατο με το φεγγάρι στα πανιά του και τα μουστάκια της γελούσαν και αυτά. Έκανε ένα γουργούρισμα όλο χαρά και βυθίστηκε στη ζεστασιά της κουβερτούλας της. Είχε κουραστεί να σκύβει από το καλάθι του αερόστατου και έτσι προτίμησε τη θαλπωρή της κουβερτούλας.
Η Φεγγαρένια χοροπηδούσε από τη χαρά της, δεν πίστευε στα μάτια της. Το αερόστατο, με τη Ρένια και τη Φεγγαρένια και το φεγγάρι στα πανιά του συνέχιζε το γύρο της γης…
-Ρένια, είναι το πιο όμορφο ταξίδι που έχω κάνει. Κοίτα η Μεσόγειος θάλασσα! η Αφρική με την έρημο Σαχάρα! κοίτα κοίτα η Νότιος Αμερική! οοοο ο Ειρηνικός ωκεανός....τί μεγάλος που είναι!
-Νιάου….απάντησε η Ρένια, κάπως αδιάφορα αυτή τη φορά...ένιωθε λίγη ζαλάδα και τα μουστάκια της ήταν λίγο μαραμένα. 
-Τί νιαούρισμα ήταν αυτό; Ρένια γιατί δεν σηκώνεσαι να χαρείς;  
Η Φεγγαρένια γύρισε, την κοίταξε και την πήρε αγκαλιά.
-Δε νιώθεις καλά γατούλα μου; Τί έχεις; Δεν απολαμβάνεις το ταξίδι με το φεγγάρι; Σου λείπει η γη, το σπίτι μας, τα ποντικάκια της γειτονιάς;
Η Ρένια μόνο γουργούριζε. Δεν είχε δυνάμεις να νιαουρίσει. 
-Ρένια μάλλον έχεις δίκιο. Τόσην ώρα μόνο γυρίζουμε γύρω από τη γη. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ. Φοβάμαι πως έτσι όπως παγιδεύτηκε το φεγγάρι στο αερόστατο δεν θα γυρίσουμε ποτέ πίσω…δε θα ξαναδούμε το σπίτι μας, η μαμά και ο μπαμπάς θα μας ψάχνουν…εκτός και αν....
-Νιάου, αποκρίθηκε η γάτα, βρίσκοντας ξανά τις δυνάμεις της και τινάζοντας με μιας την κουβέρτα της.
-Ρένια πήρες δυνάμεις. Πόσο χαίρομαι για αυτό. Με ανησύχησες γατούλα μου. Όμως κάτι πρέπει να κάνουμε γρήγορα. Πρέπει να πείσουμε το φεγγάρι να μας κατεβάσει στη γη, σε λίγο θα ξημερώσει και πρέπει να βρίσκομαι στο κρεβάτι μου όταν θα έρθει η μαμά μου να με ξυπνήσει.
Η Ρένια το μόνο που έκανε ήταν να αφήσει ένα γουργουρισμα, σαν γατίσιο αναστεναγμό στην αγκαλιά του κοριτσιού. Κάτι έπρεπε να κάνουν, η αλήθεια ήταν πως δεν μπορούσαν να ταξιδεύουν για πάντα, με το φεγγάρι γύρω γύρω από τη γη. Έπρεπε να κατεβούν. Το φεγγάρι, που τόσην ώρα απολάμβανε και αυτό την παρέα τους, άκουσε τον προβληματισμό τους. Δεν ήθελε να τις φέρει σε δύσκολη θέση. Μπορεί να συγκινήθηκε που δεν ήταν μόνο του στο αιώνιο ταξίδι του γύρω από τη γη, μπορεί να χαίρονταν που έδειχνε τις ηπείρους και τους ωκεανούς στη Φεγγαρένια και τη Ρένια, αλλά έπρεπε να τις βοηθήσει να επιστρέψουν. Χωρίς καθυστέρηση, άλλαξε την τροχιά του και κατέβασε το αερόστατο στη γη. Η Φεγγαρένια και η Ρένια ανακουφίστηκαν όταν άρχισαν να βλέπουν ξανά τα σπιτάκια της πόλης τους να μεγαλώνουν στα μάτια τους, τα φωτάκια να φαίνονται πιο έντονα και το φάρο στο λιμάνι να αναβοσβήνει το κόκκινο φως του. Γύρισαν στο φεγγάρι και του είπαν:
-Ευχαριστούμε φεγγάρι που μας ταξίδεψες. Ήταν υπέροχο να βλέπουμε τη γη από ψηλά.
-Νιάου, νιάου…αποκρίθηκε και η γάτα κοιτάζοντας για μια τελευταία φορά το φεγγάρι από τόσο κοντά.
Το φεγγάρι υποκλίθηκε, χαρίζοντάς τους το όμορφο χαμόγελό του και με μια κίνηση βγήκε από τα πανιά του αερόστατου γυρίζοντας μεμιάς στη θέση του. Θα συνέχιζε μόνο του την τροχιά του γύρω από τη γη, όπως θα συνέχιζε να λούζει με το φως του το δωμάτιο της Φεγγαρένιας και της Ρένιας κάθε βράδυ. Η νύχτα πλησίαζε στο τέλος της και η Φεγγαρένια κοιμόταν ήρεμα. Όταν η μητέρα της μπήκε το πρωί στο δωμάτιο της μικρής, η Φεγγαρένια είχε ήδη ξυπνήσει. Με τη Ρένια αγκαλιά, έπαιζε το χάρτινο αερόστατο που της είχαν χαρίσει πρόσφατα στα γενέθλιά της. Κάτι μουρμούριζε η μικρή που δεν το καταλάβαινε η μητέρα της, κάτι σαν «Αερόστατο θα μας ταξιδέψεις ξανά μέχρι το φεγγάρι; ξέχασα να του πω πως ήθελα να το γνωρίσω στους γονείς μου και στους φίλους μου, αλλά αυτό βιάστηκε να πάρει τη θέση του στον ουρανό....ξέχασα να του πω πως θα ήθελα μια φορά να πραγματοποιήσω το ονειρικό μου ταξίδι!»


Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Ομπρέλα κήπου


        Έβγαλε τα ρούχα από το πλυντήριο, σήκωσε νωχελικά τη βαριά λεκάνη και κατευθύνθηκε προς το μπαλκόνι. Δεν είχε καμία διάθεση εκείνο το πρωινό για δουλειές. Ήταν εκείνη η συζήτηση μαζί του το προηγούμενο βράδυ που είχε καταλήξει πάλι σε αδιέξοδο. Πήρε το πρώτο ρούχο από τη λεκάνη, χωρίς καν να δει πιο ήταν και μηχανικά έβαλε το χέρι της στη θήκη με τα μανταλάκια. Τίναξε το ρούχο, μια μπλούζα δική του, είχε ξεμείνει από την τελευταία φορά που είχε κοιμηθεί στο σπίτι της. Όπως πίεζε τις δύο άκρες από το μανταλάκι για να το σκαλώσει στα ρούχα, είδε τη μεγάλη άσπρη ομπρέλα κήπου στην πρασιά του γείτονα, ακριβώς κάτω από το μπαλκόνι της. Συνέχιζε να απλώνει ρούχα και να τα ασφαλίζει με τα μανταλάκια. Κοιτούσε την ομπρέλα χωρίς να αντιλαμβάνεται αυτό που κάποιος είχε γράψει με μεγάλα γράμματα το προηγούμενο βράδυ. Ήταν ένα μεγάλο «Σ’ αγαπώ». Όταν τελικά το βλέμμα της καρφώθηκε στη λέξη, η κάλτσα που κρατούσε έπεσε στην πρασιά. Παρέμεινε εκεί να διαβάζει τη λέξη και ήταν σίγουρη πως ο καλός της την είχε γράψει για αυτήν.
Κατέβηκε, σχεδόν κατρακυλώντας τις σκάλες, για να πάρει την κάλτσα της, όμως δε γύρισε στο σπίτι. Πήγε μέχρι την πολυκατοικία του καλού της. Από το περίπτερο απέναντι αγόρασε στυλό και δίπλα από το θυροτηλέφωνο του έγραψε «Σ’ αγαπώ», με μεγάλα ευδιάκριτα γράμματα. Χτύπησε το κουδούνι κι έφυγε. Δεν ήθελε να τον συναντήσει, μόνο να δει τη λέξη που του έγραψε. Κατά σατανική όμως σύμπτωση ο ηλεκτρολόγος την προηγούμενη ημέρα, είχε αλλάξει τις συνδέσεις και τη σειρά των ονομάτων στα θυροτηλέφωνα, με αποτέλεσμα το κουμπί για το διαμέρισμα του αγαπημένου της να είναι πλέον σε άλλη θέση. Τα ονόματα παραμείνανε στις παλιές θέσεις, καθώς δεν πρόλαβαν οι ένοικοι να αλλάξουν τα καρτελάκια.
Ο κύριος του τετάρτου ορόφου, με το που χτύπησε το κουδούνι, δεν άκουσε κάποιον να απαντάει και με την ευκαιρία που ήθελε να πετάξει τα σκουπίδια, κατέβηκε να δει ποιος χτύπησε το κουδούνι. Αφού πέταξε τα απορρίμματα στον μεγάλο πράσινο κάδο, κάνοντας μια γκριμάτσα αηδίας από τις ανεπιθύμητες οσμές, έβαλε το χέρι του στην τσέπη να πάρει τα κλειδιά και τότε θυμήθηκε πως είχε ξεχάσει να τα πάρει. Κοίταζε τα κουδούνια στα θυροτηλέφωνα για να χτυπήσει κάποιον γείτονα και το μάτι του έπεσε στο «Σ’ αγαπώ». Η αγαπημένη του ήξερε πως το δικό του κουδούνι αντιστοιχούσε στο όνομα του νεαρού του πρώτου ορόφου, της το είχε πει το προηγούμενο βράδυ. Χαμογέλασε από ευχαρίστηση αλλά και γιατί την προηγούμενη το αδιέξοδο στη συζήτηση τον είχε πληγώσει. Με μιας έκανε μια στροφή και άρχισε να περπατάει γρήγορα. Ήθελε να την προλάβει πριν πάει στη δουλειά.
Όταν έφτασε στην είσοδό της πολυκατοικίας της αντιλήφθηκε πως δεν είχε τίποτα μαζί του που να τον βοηθούσε να της γράψει και αυτός το «Σ’ αγαπώ». Κοίταξε τριγύρω του και παρατήρησε τα στοιβαγμένα κούτσουρα. Με αυτά σχημάτισε την επίμαχη λέξη βάζοντας τα ακριβώς μπροστά στο αυτοκίνητό της, ή μήπως στο αυτοκίνητο της κυρίας του έκτου, μόνο οι πινακίδες τους διέφεραν, κατά τα άλλα ήταν ίδια μοντέλα, ίδιο χρώμα. Έφυγε γρήγορα γρήγορα, μην τον περάσει κανένας για τρελό και πέρασε από τον κλειδαρά της γειτονιάς του ανοίξει την πόρτα του σπιτιού του. Μετά από λίγα λεπτά κατέβηκε και η κυρία του έκτου ορόφου και με το κλειδί στο χέρι μπαίνει στο αυτοκίνητο της, το είχε βάλει σε αυτήν τη θέση πάρκινγκ, έπειτα από συνεννόηση με την κυρία του τρίτου ορόφου, βάζει μπρος τη μηχανή και με το που ξεκινάει νιώθει τις ρόδες του αυτοκινήτου να συναντούν αντίσταση.
Κατεβαίνει και βλέπει τα κούτσουρα αραδιασμένα σε μια παράξενη διάταξη όταν μετά από αρκετά δευτερόλεπτα διαβάζει «Σ’ αγαπώ». Ένα χαμόγελο σκάει αυτόματα στα χείλη της. Ένα χαμόγελο σύμπτωσης, γιατί θυμήθηκε το νεαρό που είχε γνωρίσει το προηγούμενο βράδυ στην παμπ και της είχε εκμυστηρευτεί πως δοκίμαζε ένα καινούργιο σπρέι για υφάσματα στην ομπρέλα κήπου.Την είχε αγοράσει πρόσφατα για να διακοσμήσει τον μικρό του κήπο, που αγαπούσε και καμάρωνε όπως πρασίνιζε ανάμεσα σε τόσες πολλές πολυκατοικίες. Και μάλιστα, δοκιμάζοντας το σπρέι του είχε έρθει στο μυαλό να γράψει μια λέξη που δύσκολα πρόφερε στη ζωή του. Το «Σ’ αγαπώ».