Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Οι φουρκέτες

-Έλα να πάμε βόλτα. Θα σε πάω να δεις κόσμο, να περπατήσεις λίγο, συνέχεια κάθεσαι σε τούτη την καρέκλα.
Η γριούλα σηκώθηκε από την αναπαυτική της καρέκλα. Η φίλη της την πήρε ανγκαζέ και ξεκίνησαν τη βόλτα τους. Τα άσπρα μαλλιά, πιασμένα σε χαλαρό κότσο με λίγες φουρκέτες και το χαμογελαστό πρόσωπο της γριούλας έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με το κοντό μαλλί της φίλης της και τα σφιγμένα της χείλη. Ξεκίνησαν τη βόλτα τους με τη γριούλα να περπατά με αργά βήματα και τη φίλη της να παριστάνει πως την προστατεύει. Ο δρόμος ήταν ερημικός έξω από το σπίτι, καθώς όμως περπατούσαν άρχισαν να εμφανίζονται περαστικοί, άλλοι βιαστικοί, άλλοι αργόσχολοι περιπατητές. 
-Πού πάμε τώρα; ρώτησε με απορία η γριούλα.
-Πάμε στην αγορά, θα σου πάρω φουρκέτες για τα μαλλιά σου, της απάντησε η φίλη της. 
Ο περίπατος συνεχίζονταν και σιγά σιγά φτάσανε στο κέντρο της πόλης. Ο κόσμος τώρα ήταν πολύς, κάποιοι τις προσπερνούσαν βιαστικά, άλλοι αναγκάζονταν να κάνουν πιο πέρα, μιας που το δίδυμο των γυναικών δεν άλλαζε πορεία. Η γριούλα, πού και πού, χαμογελούσε σε κάποιες κυρίες, όταν το βλέμμα τους ανταμώνονταν. Η φίλη της δε χαμογελούσε σε κανέναν. Τα χείλη της παρέμεναν σφιγμένα και το βλέμμα της αφηρημένο. Συνέχιζε να την πιάνει αγκαζέ, κάτι που είχε αρχίσει να ενοχλεί τη συνοδοιπόρισσα της.
-Πότε θα μου πάρεις τις φουρκέτες που μου υποσχέθηκες;
-Πλησιάζουμε, μη με ρωτάς συνέχεια, απάντησε απότομα η φίλη της. 
Είχαν διασχίσει τον κεντρικό δρόμο της αγοράς και κατευθύνονταν προς την άλλη πλευρά της πόλης. Τα μαγαζιά είχαν αρχίσει να αραιώνουν και η γριούλα είχε μείνει με την απορία στην σκέψη της. Ήθελε να γυρίσει πίσω, να κοιτάξει, αλλά η φίλη της δεν της έδινε τη δυνατότητα. Ήθελε να σταματήσει για λίγο να ξαποστάσει, αλλά η φίλης της περπατούσε δίχως σταματημό. Οι δυνάμεις της εξαντλούνταν και πλέον δεν άντεχε ούτε ένα βήμα παραπάνω. Τα σπίτια της φαίνονταν άγνωστα, το ίδιο και οι δρόμοι. Το γλυκό της χαμόγελο πάγωσε. Η γριούλα ένιωθε μια πρωτόγνωρη αδυναμία να την κυριεύει και τα πόδια της να μην τη βαστούν. Κατέρρευσε μια στιγμή που η φίλη της κοιτούσε τον κότσο των μαλλιών της. 
-Κάτσε εδώ, πάω να σου πάρω τις φουρκέτες για τον κότσο. Ίσως δεν έκλεισαν ακόμη τα μαγαζιά. 
Η γριούλα κειτόταν νεκρή στην άκρη του δρόμου. Η φίλη της γύρισε στην πόλη, ψάχνοντας να βρει μαγαζί ανοικτό σε γειτονιές ερημικές. Περιπλανήθηκε άσκοπα. Το μυαλό της δεν τη βοηθούσε να προσανατολιστεί, ούτε καν να αντιληφθεί τί συνέβαινε, πού βρισκόταν. Το μόνο που αναρωτιόταν ήταν πόσες φουρκέτες θα αγόραζε.

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Η ξυπόλητη σαρανταποδαρούσα

Είχε σαράντα πόδια και έτσι αυτοδίκαια την ονόμασαν σαρανταποδαρούσα. Είχε ένα μακρύ εύκαμπτο σώμα και σαράντα μακριά και γρήγορα πόδια. Στην άκρη είχε και μια ουρά διχαλωτή, ψαλιδωτή δηλαδή, που την κουνούσε πέρα δώθε όπως περπατούσε. Η μικρή σαρανταποδαρούσα κάθε μέρα που έβγαινε βόλτα φορούσε τα παπούτσια της, όλα διαφορετικά. Δεν της άρεσε η μονοχρωμία ούτε και η ιδιομορφία. Έτσι σε κάθε της πόδι φορούσε και ένα παπούτσι διαφορετικό. Άλλο ήταν στρωτό, άλλο με τακούνι, άλλο καλοκαιρινό και άλλο χειμωνιάτικο. Ούτε που την ένοιαζε που δυσκολεύονταν στο περπάτημα. Αρκεί να ξεχώριζε. Μια μέρα έτσι όπως ξεκίνησε για την καθιερωμένη βόλτα της στο γρασίδι, για να φάει λίγο χορταράκι, φόρεσε τα παπούτσια της. Μόνο που δεν έβρισκε το σαρακοστό. Το έψαχνε από δω, το έψαχνε από κει, μα πουθενά παπούτσι. Έτσι αποφάσισε να βγει βόλτα με 39 παπούτσια και με ένα πόδι ξυπόλητο. Σάμπως ποιος θα το καταλάβαινε με τόσα πολλά πόδια; Η σαρανταποδαρούσα άφησε τη φωλιά της και πήρε τον κατηφορικό δρόμο μέσα στα γρασίδια να ψάξει να βρει το χαμένο παπούτσι της. Περπατούσε, περπατούσε, έστριβε δεξιά, έστριβε αριστερά, σήκωνε χορτάρια και φύλλα αλλά παπούτσι πουθενά. Κοντοστάθηκε και σκέφτηκε πού θα μπορούσε να είναι το παπούτσι της.

-Μήπως είναι κάτω στο ποτάμι; Σκέφτηκε.
-Μήπως είναι στη μεγάλη πέτρα που πήγα χθες και να μου έπεσε χωρίς να το καταλάβω;
Σκέφτονταν όλα τα ενδεχόμενα αλλά αν δεν συνέχιζε να ψάχνει δε θα το έβρισκε ποτέ.
-Θα κατέβω κάτω στο ποτάμι, θα περάσω από τη μεγάλη πέτρα και ότι καταφέρω. Εξάλλου δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο….
Και πήρε το δρόμο προς το ποτάμι. Έφτασε μετά από τρεις ώρες περπάτημα. Περπάτημα κουτσό αλλά και καμαρωτό. Το ποτάμι κυλούσε ήρεμα και η σαρανταποδαρούσα έσκυψε λίγο να ξεδιψάσει. Όπως έσκυψε είδε μία κάμπια. Στο άκρο του σώματός της φορούσε ένα παπούτσι.
-Το παπούτσι μου….αναφώνησε η σαρανταποδαρούσα.
Η κάμπια δεν την άκουσε και συνέχισε να σέρνεται στο χώμα.
-Μα τι το θέλει το παπούτσι μου, αφού δεν έχει πόδια; Αναρωτήθηκε η σαρανταποδαρούσα και την πήρε από πίσω.
-Κάμπια σταμάτα, πήρες το παπούτσι μου.
Η κάμπια άκουσε τη φωνή και σταμάτησε. Γύρισε με απορία το κεφάλι της. 

-Δικό σου είναι; Το βρήκα δίπλα στο μεγάλο βράχο χθες το βράδυ, όπως έτρωγα το φύλλο από μια τουλίπα. Δεν είχα ποτέ παπούτσι δικό μου και σκέφτηκα, πως αυτό το συγκεκριμένο με το φούξι χρώμα θα ταίριαζε πολύ με τις κίτρινες ρίγες μου.... απάντησε με ειλικρίνεια η πολύχρωμη κάμπια.
-Η αλήθεια είναι πως ταιριάζει πραγματικά το φούξι με το κίτρινο και η αλήθεια είναι πως ποτέ δε σκέφτηκα πως υπάρχουν έντομα που δεν έχουν φορέσει ποτέ παπούτσια. Έχω ολόκληρη συλλογή. 
-Συλλογή; αναφώνησε η κάμπια παρατηρώντας λοξά ένα προς ένα τα υπόλοιπα παπούτσια που φορούσε η σαρανταποδαρούσα.
-Βεβαίως....
Η κάμπια και η σαρανταποδαρούσα κοιταχτήκανε και όπως κοιτιόντουσαν γελάσανε ταυτόχρονα με την ψυχή τους. 
-Ωραία λοιπόν μπορείς να κρατήσεις το παπούτσι μου. Νομίζω πως μου είναι περιττό. Μπορώ να περπατάω με ένα πόδι ξυπόλητο. Δε χάλασε ο κόσμος. Για σένα είναι μεγαλύτερη χαρά. 
Η κάμπια κράτησε το παπούτσι της σαρανταποδαρούσας. Κράτησε όμως και τη διεύθυνση της φωλιάς της για να την επισκεφτεί με την πρώτη ευκαιρία. 
Όπως έφευγε η σαρανταποδαρούσα έχασε πάλι ένα παπούτσι και την άλλη μέρα μπήκε ξανά στη διαδικασία να το ψάξει. Η σαρανταποδαρούσα ψάχνοντας για το παπούτσι της γνώρισε ένα γυμνοσάλιαγκα, που το είχε βρει και το είχε φορέσει. Του το χάρισε, μιας και δεν είχε και αυτός φορέσει ποτέ στη ζωή του παπούτσι. Η ιστορία συνεχίστηκε και στο τέλος 39 έντομα, κυρίως σκουλήκια και σαλιγκάρια, φορούσαν τα παπούτσια της γενναιόδωρης σαρανταποδαρούσας. Μόνο ένα κράτησε για αυτήν. Για ένα και μόνο λόγο. Είχε ακούσει πως ένα παπούτσι σώζει ζωές και σκέφτηκε πως αν ποτέ την επιτεθούν με παπούτσι, ίσως της φανεί χρήσιμο να έχει και αυτή ένα δικό της. 

Υ.Γ. Οι άποδοι φίλοι της σαρανταποδαρούσας συχνά πυκνά την επισκέπτονταν. Περνούσαν όμορφα όλοι μαζί παίζοντας και γελώντας. Η σαρανταποδαρούσα κοιτούσε λοξά τα παπούτσια που τους είχε χαρίσει. Δεν είχε μετανιώσει που δεν είχε παπούτσια γιατί είχε 39 παπουτσωμένους άποδους φίλους!

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Η μέρα της επιστροφής

Είχε έρθει η μέρα. Η μέρα που θα γύριζε ο πατέρας της από την εξορία. Τον περίμενε πέντε ολόκληρα χρόνια. Κάθε μέρα όταν γυρνούσε από το σχολείο, είχε την αίσθηση πως θα τον έβλεπε σε κάποια γωνιά του σπιτιού. Ωστόσο κάθε φορά που έμπαινε στο σπίτι, αντίκριζε μόνο τη μητέρα της και τη γιαγιά της. Το βλέμμα της έπεφτε στο απλανές βλέμμα της μητέρας. Την κοιτούσε και με τα μάτια την ρωτούσε πότε θα γυρίσει ο πατέρας. Απάντηση έπαιρνε από το κατέβασμα του βλέμματος της μητέρας της. Μόνο η γιαγιά της της απαντούσε πως σύντομα θα γυρίσει. Τη φιλούσε και την έπαιρνε αγκαλιά, λέγοντάς της πως ο πατέρας της τους αγαπάει και είναι στο δρόμο της επιστροφής. 
Εκείνη την ημέρα είχε βάλει από το πρωί το πιο ωραίο φόρεμα. Μπαλωμένο ήταν και φορεμένο από καιρό, όμως το κόκκινο χρώμα του δεν είχε ξεθωριάσει. Στο σχολείο με το ζόρι προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στο μάθημα. Το μυαλό της ταξίδευε στην εικόνα του πατέρα της, έτσι όπως θα τον αντίκριζε μόλις θα άνοιγε την πόρτα. Αυτός θα κάθονταν στο τζάκι και θα κάπνιζε το τσιγάρο του ρουφώντας τον καφέ του. Η μητέρα της θα μαγείρευε κάτι ωραίο να φάνε, ίσως να είχαν και λίγο κρέας, αφού θα ήταν γιορτή για αυτούς εκείνη η μέρα. 
Οι ώρες κύλησαν αβάσταχτα αργά και το κουδούνι χτύπησε. Έβαλε τα βιβλία και τη μαρμάρινη πλάκα βιαστικά στο σακίδιό της και χύθηκε στο δρόμο τρέχοντας. Η κατηφόρα της έδωσε επιπλέον ώθηση. Έτρεχε και έβλεπε μπροστά της τον πατέρα της. Ο δρόμος για το σπίτι της φάνηκε πιο μακρύς από τις άλλες φορές. Μέχρι που λαχανιασμένη έφτασε στην αυλόπορτα. Την άνοιξε με ορμή και βρέθηκε μπροστά στην πόρτα του σπιτιού. Η πόρτα ήταν κλειστή. Δεν άκουγε ομιλίες. Η καρδιά της σαν να μην χτυπούσε, όσο και αν ζορίζονταν από το λαχανητό. Το κόκκινο στα μάγουλα του προσώπου της έγινε μελανί. Τα χείλη της έτρεμαν. Δεν ήθελε να ανοίξει την πόρτα. Τα πόδια της δεν την οδηγούσαν πλέον ούτε ένα βήμα μπροστά. Την ανάσα της ούτε που την αντιλαμβανόταν. 
Άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε μπροστά η μητέρα της. 
Ήρθε ο μπαμπάς....ψέλλισε, αλλά ούτε που ακούστηκε. Το είχε πει από μέσα της. Το όνειρό της παρέμενε όνειρο. Το όνειρο να πει αυτή πρώτη πως ήρθε ο μπαμπάς της παρέμενε στο μυαλό της. Μια μέρα θα πραγματοποιούνταν, αλλά δεν ήξερε το πότε. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι θα πραγματοποιούνταν.

Το σκιάχτρο

Όλη μέρα έστεκε όρθιο να επιβλέπει τα αμπέλια και αυτό το κούραζε. Ήθελε μια στιγμή να κάτσει, αλλά δεν του το επέτρεπε η σπονδυλική του στήλη, ήταν ξύλινη και άκαμπτη. Οπότε δεν είχε παρά να παραμένει όρθιο, είτε είχε ήλιο, είτε φυσούσε, είτε έβρεχε. Ήταν πάντα εκεί, με τα μάτια του να κοιτάζουν δεξιά, αριστερά και να μη μπορεί να αρθρώσει λέξη σε κανέναν. Έπρεπε να παραμένει σιωπηλό. Έτσι ήταν τα σκιάχτρα. Σιωπηλά, ακίνητα και μοναχικά. Μόνο που αυτό το σκιάχτρο έστεκε ακίνητο, σιωπηλό και μοναχικό σε μία θέση από όπου μπορούσε να θαυμάζει όλο τον ορίζοντα. Λόφους, αμπελώνες σκαρφαλωμένους σε πλαγιές με αναβαθμίδες, κορυφογραμμές χιονισμένες, σπιτάκια με κεραμοσκεπές, με καπνοδόχους που άλλοτε έβγαζαν γκρίζους καπνούς και άλλοτε έστεκαν υπομονετικά περιμένοντας τον χειμώνα. Κάποια στιγμή ένα πουλάκι πήγε και κάθησε στο, σηκωμένο προς τα πλάγια, ξύλινο χέρι του. Το σκιάχτρο το παρατηρούσε και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Υποτίθεται πως η παρουσία του και μόνο θα έπρεπε να το διώξει από τον αμπελώνα αλλά αυτό παρέμενε εκεί, καθισμένο στο ξύλινο χέρι του. Δεν μπορούσε να κουνηθεί, δεν μπορούσε να του μιλήσει, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να το διώξει. Ήθελε να είναι συνεπές στο καθήκον του να προστατεύει τον αμπελώνα. Ναι αλλά πώς; αφού το πουλάκι δεν έλεγε να φύγει από το μπράτσο του;
-Είναι όμορφο πουλάκι, έχει ασυνήθιστο κελάηδημα...
-Απορώ αν μπορεί να με ακούσει.....
-Παράξενο πουλί που είναι! Μόνο κελαηδάει, απορώ αν πεινάει...
-Παράξενο σκιάχτρο που είναι! έχει το πιο ζεστό, ξύλινο χέρι!
Το πουλάκι συνέχισε το μελωδικό του κελάηδημα, το σκιάχτρο συνέχισε να απολαμβάνει ήσυχο τη μελωδία και να στέκει όρθιο και ακούραστο στη μέση του αμπελώνα. Ο καιρός περνούσε και οι εποχές άλλαζαν. Οι λόφοι, οι αμπελώνες τριγύρω, τα σύννεφα, τα σπίτια με τις καμινάδες, τα υπόλοιπα σκιάχτρα και τα πουλιά ζούσαν στους δικούς τους ρυθμούς.

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Η κόκκινη γραβάτα

Ήρθε η ώρα να ντυθεί. Κλείστηκε στο δωμάτιό του αφήνοντας πίσω του τους καλεσμένους να συνομιλούν φλύαρα. Το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω στο κοστούμι, όπως έστεκε κρεμασμένο με επιμέλεια στο πόμολο της ντουλάπας. Τα παπούτσια του ήταν λουστραρισμένα, κατακαίνουργια περίμεναν και αυτά τη σειρά τους να φορεθούν. Η γραβάτα ήταν αφημένη πάνω στην καρέκλα, διπλωμένη χαλαρά σε θηλειά και αφημένη ανάποδα. Η εικόνα θύμιζε κάτι άλλο που δεν του άρεσε στην σκέψη, γι' αυτό και γύρισε το βλέμμα του στο κοστούμι. Είχε ένα βαθύ μαύρο χρώμα όπως όλα τα κλασσικά γαμπριάτικα κοστούμια. Το συγκεκριμένο όμως του άρεσε ιδιαίτερα. Είχε κάτι το διαφορετικό, που μόνο αυτός μπορούσε να το προσδιορίσει. Έβγαλε το άσπρο πουκάμισο από την κρεμάστρα και το φόρεσε με αργές κινήσεις. Φόρεσε το παντελόνι και τακτοποίησε το πουκάμισο από μέσα. Ήρθε η στιγμή της γραβάτας. Δε θα την έβαζε μόνος του. Η μητέρα του περίμενε έξω από το δωμάτιο του γιου της. Η πόρτα άνοιξε και ένα χαμόγελο άστραψε στο πρόσωπό της. Χαμόγελο και συγκίνηση. Το ίδιο αισθάνονταν και ο ίδιος. Όταν αντίκρυσε τη μητέρα του θυμήθηκε τότε που ήταν μικρός και τον έντυνε για το σχολείο. Αυτή θυμήθηκε τα βαφτίσια του. Τότε που στην εκκλησία τον έντυνε με τα βαφτιστικά του ρούχα και του έβαζε μια μικρή, κόκκινη γραβάτα. Τον καμάρωνε τότε και εύχονταν κάποια στιγμή να τον δει γαμπρό. Μετά από τόσα χρόνια ήρθε η στιγμή να τον καμαρώσει και να του δέσει τη γαμπριάτικη γραβάτα. Έσκυψε για να του την περάσει στο λαιμό και άρχισε να του τη σφίγγει. Τον κοιτούσε στα μάτια και προσπαθούσε να μαντέψει τί σκέφτονταν. Τον ήθελε ευτυχισμένο στο γάμο του. Διαισθάνονταν ότι ήταν κάπως ανήσυχος τον τελευταίο καιρό, απέδιδε όμως την ανησυχία στην προετοιμασία του γάμου. Ήξερε πως η έμφυτη αισιοδοξία του θα του επιφύλασσε ένα όμορφο μέλλον. 
Την κοιτούσε και αυτός στα μάτια. Διαισθάνονταν και αυτός από την πλευρά του μια εσωτερική ανησυχία της μητέρας του. Πάντα την συναισθάνονταν όταν η σκέψη της ήταν ανήσυχη για αυτόν. Είχαν μια ιδιαίτερη σχέση από τότε που ήταν μικρός. Μια σχέση τρυφερότητας και αγάπης όπου δεν έπνιγε ο ένας τον άλλον. Ήθελε να την καθησυχάσει και της το έδειξε με ένα φιλί στο μάγουλο και μια ζεστή αγκαλιά. Αγκαλιάστηκαν αρκετή ώρα. Ένιωθε η μητέρα την ανάσα του γιου της και αυτός απολάμβανε τη ζεστασιά της αγκαλιάς της. Όταν απομακρύνθηκαν τα σώματά τους έσφιξε τη γραβάτα και τακτοποίησε το γιακά από το πουκάμισο. Του φόρεσε το σακάκι από το κοστούμι. Αυτός έσκυψε και φόρεσε τα παπούτσια. Είχε ντυθεί γαμπρός. Η μητέρα του άνοιξε την πόρτα και βγήκαν μαζί έξω από την κάμαρα. 
Οι καλεσμένοι σταμάτησαν ξαφνικά τις ομιλίες και γύρισαν όλοι μαζί προς το μέρος του. Τον χειροκρότησαν αυθόρμητα θαυμάζοντας την ομορφιά του. Τους χάριζε απλόχερα το χαμόγελό του. Ένα χαμόγελο που έκρυβε το σφίξιμο της γραβάτας. Τον έσφιγγε στο λαιμό, μην αφήνοντάς τον να αναπνεύει με ευκολία. Δεν τον ενοχλούσε όμως γιατί ήταν σφιχτά δεμένη, κάτι άλλο τον ενοχλούσε, κάτι πιο εσωτερικό. Γύρισε στη μητέρα του και την κοίταξε φευγαλέα. Δεν ήθελε να καταλάβει τίποτα. Της χαμογέλασε τρυφερά σαν να της έλεγε "είναι λίγο σφιχτή, αλλά δεν πειράζει το αντέχω" και μετά κοίταξε μπροστά του αφηρημένα, αγωνιώντας για την ώρα που θα συναντούσε τη μέλλουσα γυναίκα του. Η εικόνα της κόκκινης γραβάτας αφημένη ανάποδα στην καρέκλα του έρχονταν στο μυαλό. Η σκέψη διαλύθηκε γρήγορα από τον κόσμο που τον πλαισίωνε. Όλοι του εύχονταν να ευτυχήσει. Το ίδιο εύχονταν και αυτός στον εαυτό του, με την αίσθηση της κόκκινης γραβάτας να τον ενοχλεί στο λαιμό.