Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Περπατώντας στην Τσιμισκή

       Μόλις είχε πάρει απόφαση να χωρίσει. Του είχε πάρει καιρό μέχρι να καταλήξει ότι ο γάμος δεν πήγαινε άλλο. Το σκέφτονταν συνεχώς, αλλά όλο ανέβαλλε την στιγμή της απόφασης. Μέχρι που εκείνη τη μέρα, είχε βγει έξω να περπατήσει και να καταλήξει. Περπάτησε όσο ποτέ, χωρίς προορισμό, χωρίς να θέλει να φτάσει κάπου. Και όσο περπατούσε τόσο κατέληγε ότι ο γάμος δεν θα μπορούσε να έχει συνέχεια. Αυτό που προσπαθούσε μέχρι τότε να περισώσει ήταν μια εμμονή του. Έπρεπε όμως να βάλει ένα τέρμα. Και θα το έβαζε. Σταμάτησε στη διάβαση και περίμενε να ανάψει πράσινο για τους πεζούς. Το πράσινο άναψε και διέσχισε το δρόμο. Στη μέση της διαδρομής το βλέμμα του διασταυρώθηκε με αυτό μιας κοπέλας. 
Η κοπέλα συνέχισε την πορεία της. Ήταν νωρίς ακόμη, δεν ήθελε να πάρει βιαστική απόφαση. Της είχε έρθει ξαφνικό. Η σχέση της δεν πήγαινε καλά τώρα τελευταία και η εγκυμοσύνη ήρθε να περιπλέξει τα πράγματα. Ήταν μικρή ακόμα, έτσι τουλάχιστον πίστευε η ίδια και δεν ένιωθε καθόλου έτοιμη για να αποκτήσει παιδί. Από την άλλη δίσταζε. Δεν ήθελε να το ρίξει. Έπρεπε να πάρει μόνη την απόφαση και αυτό τη βάρυνε. Της φαινόταν αδύνατο να περπατήσει να ανέβει τα σκαλοπάτια και να μπει στο ιατρείο. Τα βήματά της ήταν βαριά, τα δευτερόλεπτα κυλούσαν αργά. Πριν μπει στο κτίριο κοίταξε επίμονα ένα παιδί.
Το παιδάκι κάθονταν όλη μέρα στην άκρη του πεζοδρομίου, στην είσοδο της πολυκατοικίας. Όλη μέρα παρατηρούσε τον κόσμο πέρα δώθε. Βήματα ατελείωτα, παπούτσια διαφορετικά αλλά και τόσο ίδια. Βήματα γρήγορα, αγχωμένα, βήματα νωχελικά, αργόσυρτα. Κρύωνε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Και πεινούσε. Πεινούσε πολύ, αλλά δεν πήγαινε να αγοράσει τίποτα. Τον έδιωχναν οι καταστηματάρχες γιατί ήταν αθίγγανος. Έτσι το μόνο που έκανε ήταν να παρατηρεί τον κόσμο που περνούσε από μπροστά του. Οι γονείς του το άφηναν όλη μέρα μόνο να ζητιανεύει. Δεν είχε τίποτα να περιμένει, τίποτα να παίξει. Μόνο κέρματα περίμενε να πέσουν στο πιάτο μπροστά του. Τα παιχνίδια τα έπαιζε στη φαντασία του. Ήρωες ήταν τα διαφορετικά παπούτσια που παρατηρούσε με ιδιαίτερη προσήλωση. Κάποια στιγμή δεν άντεξε και σηκώθηκε να πάρει κουλούρι από τον κουλουρτζή που πουλούσε κουλούρια στη γωνία.
Αυτή τη δουλειά την έκανε χρόνια. Μπορεί να ήταν δύσκολη, να στέκεται όλη μέρα και να φωνάζει «κουλούρια» αλλά την αγαπούσε. Την έκανε από μικρός. Είχε πουλήσει τόσα πολλά κουλούρια και είχε δει τόσο κόσμο… αλλά είχε αρχίσει να κουράζεται. Τα λεφτά δεν ήταν πολλά, δεν ήξερε όμως να κάνει τίποτα άλλο. Εξάλλου τον είχε συνηθίσει και ο κόσμος εκεί. Υπήρχαν πελάτες που περπατούσαν κάθε μέρα για να πάρουν κουλούρι από αυτόν. Τη γυναίκα του την είχε χάσει εδώ και χρόνια και τα παιδιά του είχαν μεγαλώσει. Τους περισσότερους φίλους του τους είχε χάσει και αυτούς. Έτσι η δουλειά του ήταν για αυτόν όλη του η ζωή. Ένιωθε λιγότερο μόνος με τον κόσμο τριγύρω του να περπατάει, το πρωί, τρέχοντας για τη δουλειά, το μεσημέρι λιγότερο βιαστικά και το απόγευμα χαλαρά. Είχε ανάγκη να βρίσκεται κοντά σε κόσμο και δίπλα στα κουλούριά του. Μια κυρία ζήτησε ένα κουλούρι. Θα ήταν γύρω στα πενήντα.
Μόλις είχε βγει από το κομμωτήριο. Η όψη της απέπνεε μία ματαιοδοξία. Ήταν ματαιόδοξη. Ένιωθε ασφάλεια και αυτοπεποίθηση με την άψογη εμφάνισή της. Πίστευε ότι έτσι θα την αποδέχονταν οι άλλοι. Ακόμη και ο τρόπος που περπατούσε, ο τρόπος που μιλούσε. Ήταν καθώς πρέπει, σε όλα της. Δεν ήθελε να έχει ούτε να δείχνει κανένα ψεγάδι. Ζούσε μόνη. Δεν μπορούσε να δεχτεί κανέναν κοντά της. Ήταν πλέον απόφαση ζωής. Θα συνέχιζε μόνη. Δεν έδειχνε να την ενοχλεί, ωστόσο ήξερε πολύ καλά πως την έπνιγε η επιλογή της, όμως συνέχιζε να την υποστηρίζει. Επέβαλλε στον εαυτό της κάτι που τη βασάνιζε. Δεν το έδειχνε όμως και αυτό την ενδιέφερε. Τίποτα περισσότερο.
Πήρε το κουλούρι και συνέχιζε να περπατάει. Περπατούσε άσκοπα, δεν είχε προορισμό. Δίπλα της περνούσαν πολλοί διαβάτες, όλοι απασχολημένοι στο μυαλό τους με τα δικά τους. Όλοι μόνοι, ακόμη και αν είχαν έναν στο πλάι τους.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου